πρωινό τσιγάρο

Ως τα 20 μου, παρότι σε σπίτι και με παρέες καπνιστών, δεν είχα καπνίσει ούτε μια τζούρα, ούτε για δοκιμή. Μετά, και επί 14 συναπτά έτη, του έδωσα και κατάλαβε· κάμελ, ελλάς σπέσιαλ μαύρο, λίγο διάστημα σαντέ, καρέλια αγρινίου, κι οχτώ χρόνια στριφτό, όλντ χόλμπορν και γκόλντεν βιρτζίνια (τα ολλανδέζικα, ντραμ και σία, τα έβρισκα πάντα πολύ ξηρά, κι ελαφριά για τα γούστα μου). Είχα φτάσει σταθερά στον 1 καπνό τη μέρα, τα 50 γραμμάρια, εννοείται, δεν είχε κι άλλα τότε.

Περάσαμε πολύ ωραία με τη νικοτίνη, ιδίως σε νυχτέρια και ξενύχτια· με παρέα, με φίλους, με συντρόφους, με Γουέιτς, με Μπέκετ, με Παπαδημητρίου, σε όλα κολλούσε κι ήταν απαραίτητη η άτιμη. Ένα από τα καλύτερα τσιγάρα, το θυμάμαι καλοκαίρι του 86, στο αρχαίο Ωδείο της Πάτρας, στο τέλος του μουσικού οργασμού του Κιθ Τζάρετ (ανεπανάληπτο, κυριολεκτικά, φεστιβάλ, νάσαι καλά Θάνε Μικρούτσικε). Δυο ώρες απόλυτης ησυχίας στην κερκίδα, μουσικής πανδαισίας με τον Τζάρετ ν’ αγκομαχάει πάνω στο πιάνο του, και στα ενδιάμεσα χειροκροτήματα, να πιάνει τ’ αυτί σου το θόρυβο της τσακμακόπετρας από τους δυο τρεις που δεν αντέχανε άλλη στέρηση. Πρώτη φορά, στην «καπνιστική» μου καριέρα, εμένα, που έστριβα στα σκοτεινά το τσιγάρο, και περίμενα να φτάσει το διάλειμμα της ταινίας στο σινεμά, δεν μου έλειψε ούτε στιγμή σ’ αυτό το δίωρο. Κι όταν το άναψα μετά, ξαναέπαιξε όλη η συναυλία στο μυαλό μου…

Εδώ και 8 κοντά χρόνια το έχω κόψει μαχαίρι, όχι… με δική μου πρωτοβουλία. Τα δάχτυλά μου ξαναβρήκαν το χρώμα τους, τα πνευμόνια μου καθάρισαν -πιστεύω, τα ρούχα μου έπαψαν να μυρίζουν, το σπίτι μας έχει πεντακάθαρους τοίχους και ταβάνια. Φίλοι και συγγενείς καπνιστές αδιαμαρτύρητα -ας είναι καλά και το κλίμα- αράζουν στο μπαλκόνι απολαμβάνοντας τη θέα μαζί με τις εισπνοές τους. Τα ξενύχτια, βέβαια, δεν είναι όπως παλιά· στις εξόδους μας συνυπολογίζεται ο παράγοντας χώρος και ο εξαερισμός του, κι από ένα σημείο και μετά, καληνυχτίζουμε την παρέα, αδυνατώντας να συντονιστούμε περαιτέρω. Καθετί στην ώρα του, ωστόσο, και παράπονο ουδέν.

Τί χρωστάω, λοιπόν, ο κακομοίρης, να ξυπνάω σήμερα, επτά και τέταρτο, μπουκωμένος από καπνό τσιγάρου; Να νιώθω σα να ξύπνησα καπνιστής; Τί αμαρτίες πληρώνω, να συμβαίνει κάτι παρόμοιο, διάσπαρτα μέσα στην ημέρα, και τη νύχτα, από Μάιο μέχρι Οκτώβριο, που οι μπαλκονόπορτες είναι ανοιχτές;

Πώς να εξηγήσεις στους καπνιστές στο «από κάτω», και στο «πιο κάτω», που, κι εγώ το ξέρω, αδυνατούν να μυρίσουν τον καπνό τους, ότι αυτό που θεωρούν «δικαίωμα τους στον ανοιχτό χώρο», ώστε αυτοί να κρατούν το σπίτι τους καθαρό για τα μωρά τους, αναγκάζει εσένα να κλείνεις το δικό σου σπίτι καλοκαιριάτικα, και να καις κλιματισμό, για χάρη τους;

Θυμάμαι πόσο εξωπραγματικό μου είχε φανεί πριν δέκα χρόνια στο Ελσίνκι, όταν φίλοι μου εξηγούσαν ότι δυσκολεύονται να βρουν σπίτι, μια και οι περισσότερες πολυκατοικίες ήταν άκαπνες, τα συμβόλαια έθεταν τον όρο ρητώς, και οι ένοικοι δεν είχαν κανένα πρόβλημα να ζητήσουν την έξωση του γείτονα στην πρώτη παρασπονδία, είτε μέσα στο διαμέρισμά του (όπου έπρεπε και να χακερώσει τους ανιχνευτές καπνού), είτε στο πεζοδρόμιο μπροστά στην πολυκατοικία, ακόμη και με -20, και όλα τα πορτοπαράθυρα σφραγισμένα.

Όχι δεν υποστηρίζω τέτοιες ριζικές λύσεις, αλλά τί να κάνω να γλυτώσω την παραμνησία, καλοκαιριάτικα;

(Η φωτογραφία είναι του paspartou από το tsigara.blogspot.com. Αναζητώ καλύτερη, παλιότερη, χωρίς τα ανατριχιστικά προειδοποιητικά…)

Advertisements

#%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%af%ce%b1