Αν βαστάς από κολλέγιο, τυχερέ, θα πας κολέγιο

dictionary

George William Lemon, George G. Robinson, English etymology; or, A derivative dictionary of the English language, 1783, Printed for G. Robinson, 644 pages, Original from Oxford University, Digitized by Google on Aug 9, 2006 (click to read book)


Δάνειο ή αντιδάνειο, σίγουρα δε φτάνει ένα δάνειο

…Τα Κολλέγια είναι πάροχοι μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ελλάδα. Οι τίτλοι, οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών ή οποιασδήποτε άλλης ονομασίας βεβαίωση που χορηγούν τα Κολλέγια δεν είναι ισότιμα…

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κολέγιο το [kolejio] O40 : 1α. εκπαιδευτικό ίδρυμα μέσης ή ανώτερης βαθμίδας, κυρίως σε χώρες της δυτικής Eυρώπης και στις HΠA. || Mπλούζα κολεγίου. β. ονομασία διάφορων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων στοιχειώδους ή μέσης βαθμίδας. 2. (ειρ.) για χώρο ομαδικής διαβίωσης, όπου επικρατούν συνθήκες μεγάλης άνεσης και ελευθερίας, όπου έχουν χαλαρώσει τα αυστηρά μέτρα πειθαρχίας: ~ έχει γίνει ο στρατός. [λόγ. < αγγλ. college (στη σημ. 1) < λατ. colleg(ium) `αδελφότητα, εταιρεία΄ -ιον κατά τη μορφή της λατ. λ.]

[Λεξικό Κριαρά]
κολλέγιον το· κολλέγιο. Ανώτατο συμβούλιο, δικαστικό σώμα: πρίντσιπες και κολλέγιο … εκάμανε κονσέγιο (Τζάνε, Κρ. πόλ. 39915). [μτγν. ουσ. κολλήγιον. Η λ. στο Meursius. Ο τ. και σήμ.]

[Επίτομο Λεξικό Δημητράκου]
*κολλέγιον το Ν -ο Δ σχολή μέσης ή κ. ανωτέρας εκπαιδεύσεως. 2 πανεπιστημιακόν οικοτροφείον μετά φροντιστηρίων προπαρασκευής κ. ασκήσεως των φοιτητών (ιδίως εν Αγγλία) 3 Κολλέγιον της Γαλλίας, ανώτατον εκπαιδευτικόν ίδρυμα ελευθέρας ερεύνης εις Παρισίους.

[Λεξικό Μπαμπινιώτη]
κολέγιο Ο28 1 ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης κυρ. της Δ. Ευρώπης και των Η.Π.Α. 2 εκπαιδευτικό ίδρυμα δευτεροβάθμιας ή ανώτατης εκπαίδευσης, που διαθέτει συνήθ. και οικοτροφείο 3 (μτφ.-ειρ.) χώρος, όπου, παρά τα αναμενόνενα, επικρατούν συνθήκες ιδιαίτερης άνεσης: εδώ δεν είναι στρατώνας, είναι ~.

[Λεξικό Δημοτικής ΕΕΕ, 1977]
κολέγιο (το) (ουσ. ξ.λ.) = γυμνάσιο || οικοτροφείο πανεπιστημίου με φροντιστήριο

[Μείζον Ελληνικό Λεξικό]
κολέγιο, (το) ουσ. (Κ κολλέγιον) τύπος σχολής μέσης εκπαιδεύσεως, συνήθως με οικοτροφείο | πανεπιστημιακό οικοτροφείο με φροντιστήριο [<λατιν. collegium· η σημερ. σημ. απu το αγγλ. college]

Advertisements

#%ce%b1%cf%83%cf%87%ce%b5%cf%84%ce%bf%cf%83%cf%8d%ce%bd%ce%b7