Σκονάκι κάτω απ’ το φελιζόλ

Οι Ελληνικοί Χοροί είναι πιθανότατα το πιο διάσημο έργο Ελληνικής συμφωνικής μουσικής έξω από τη χώρα μας. Με μια επιλογή από αυτούς θα ξεκινήσει το πρόγραμμα της η Ελληνοτουρκική Ορχήστρα Νέων υπό τη διεύθυνση του Βλαντιμίρ Ασκενάζυ, και με σολίστ στο Κονσέρτο για Πιάνο του Κριγκ τον Βασίλη Τσαμπρόπουλο, σήμερα στην Άγκυρα και μεθαύριο στην Κωνσταντινούπολη.

Στη συνέχεια, και σε συμμετρική αμοιβαιότητα, η ορχήστρα θα παίξει στα Ρωμαϊκά Ωδεία της Αθήνας και Πάτρας, 29 και 30 Ιουλίου, αντίστοιχα, με τον ίδιο μαέστρο και σολίστ στο ίδιο κονσέρτο την Gülsin Onay. Αντί του ελληνικού έργου, το πρόγραμμα θα ανοίξει με τη συμφωνική σουίτα Köçekçe του Τούρκου συνθέτη Ulvi Cemal Erkin.

Την Ελληνοτουρκική Ορχήστρα Νέων αποτελούν 50 Έλληνες νέοι μουσικοί κι άλλοι τόσοι Τούρκοι (ή 52 κατά μια εκδοχή τουρκικών μέσων ενημέρωσης). Αποτελεί φετινή πρωτοβουλία των Υπουργείων Εξωτερικών των δύο χωρών, και δεν είναι της παρούσης η κρίση της σκοπιμότητας του εγχειρήματος, της χρηματοδότησής του, και της συζήτησης για μια σειρά ονομάτων που εμφανίζονται σε επιτροπές.

Κατ΄ αντιστοιχία με το έργο του Σκαλκώτα, η σουίτα του Τούρκου συνθέτη, η ζωή, το έργο και η καριέρα του οποίου παραλληλίζεται με του Έλληνα, αποτελεί το πιο πολυακουσμένο έργο Τουρκικής συμφωνικής μουσικής εκτός Τουρκίας.

Ο τίτλος του έργου παραπέμπει στους χορούς των köçek, τους köçek oyunu. Χοροί αισθησιακοί, θηλυπρεπείς, αργοί, κοντά στον αραβικό χορό της κοιλιάς, αλλά αυστηρά και αποκλειστικά εκτελούμενοι από αυτούς τους ονομαστούς διασκεδαστές των ανώτερων τάξεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το σχετικό λήμμα της αγγλικής wikipedia δίνει πολλές πληροφορίες σχετικά με το φαινόμενο αυτό, χωρίς, ωστόσο, να παρατίθενται εξωτερικές βιβλιογραφικές αναφορές. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο, από τα 6 ή τα 7 τους χρόνια, υποχρεωτικά μη μουσουλμάνοι, τούτοι οι Σλάβοι, Αρμένιοι, Έλληνες, Αλβανοί, Εβραίοι, Τσερκέζοι, Ρομά, Μολδαβοί ξεκινούσαν την εκπαίδευσή τους στον ερωτικό χορό που αντλούσε αραβικά, ελληνικά, ασσυριακά και κουρδικά στοιχεία υπό τους ήχους μελωδιών köçekçe, ένα μείγμα από κλασικές ανατολίτικες, βαλκανικές και Σούφι επιρροές. Η καριέρα ξεκινούσε μετά από 5 ή 6 χρόνια εκπαίδευσης, και διαρκούσε όσο ο κιοτσέκ παρέμενε… άτριχος. Μέσα στα υποχρεωτικά του καθήκοντα του ήταν και αυτό του παθητικού σεξ.

Όταν πλέον αποχωρούσε από την ενεργό δράση, ένας κιοτσέκ μπορούσε να γίνει εκπαιδευτής ή μάνατζερ σε νεότερους, και, πράγματι υπήρχαν οργανωμένες εταιρείες από αυτούς τους χορευτές που αριθμούσαν στην ακμή τους ακόμη και τα 250 μέλη η καθεμιά. Κάποιοι δε χορευτές ήταν τόσο ονομαστοί, ώστε είχαν μακρόχρονες λίστες αναμονής για την πελατεία τους, και την ανάλογη, φυσικά, ταρίφα. Χαρακτηριστική ήταν επίσης η επιδεξιότητα των κιοτσέκ στα γνωστά μας ζίλια. Σαλβάρια, κοσμήματα, φέσι, ντέφι και έντονο βάψιμο σηματοδοτούσαν την εμφάνισή τους. Ονομαστοί έμειναν κιοτσέκ σαν τον τσιγγάνο Μπενλί Αλή από το Διδυμότειχο, τον Κροάτη Μπουγιούκ Αφέτ, τον Αρμένη Κιουτσούκ Αφέτ, το Χιώτη (από το νησί Chiros, αναφέρεται) Παντελή και τον τσιγγάνο Ισμαήλ, ενώ οι κιοτσέκ αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ουκ ολίγα ποιήματα και μουσικά έργα της εποχής.

Η αυξανόμενη έξαψη των παθών στον ανδρικό μουσουλμανικό πληθυσμό της αυτοκρατορίας ανάγκασε τους σουλτάνους από τα μέσα του 19ου αιώνα να απαγορεύσουν σταδιακά το επάγγελμα, το οποίο με την αυγή του 20ου αιώνα είχε ατονήσει. Στις μέρες μας, άνδρες χορευτές αισθησιακών χορών σε τουριστικά ή μη μαγαζιά της Κωνσταντινούπολης και άλλων τουριστικών περιοχών της Τουρκίας έχουν μείνει ως μακρινή ανάμνηση και κακέκτυπο του φαινομένου.

Πιθανόν, ως απόηχος, και μέσω της οθωμανικής στρατιωτικής μπάντας, η μουσική αυτή να έμεινε στα Βαλκάνια στο ομόηχο μουσικό είδος Čoček σε τσιγγάνους, Αλβανούς, Κοσοβάρους, Σέρβους και Έλληνες, το γνώριμο ήχο των χάλκινων πνευστών. Γι αυτόν, και τον πρόσφατο θάνατο του Saban Bajramovic, που για πολλούς στοίχισε περισσότερο από την προχθεσινή σύλληψη, ίσως πρέπει να μιλήσουμε εκτενέστερα.

Σε μια περιοχή, όπου επανειλημμένως επιχειρείται από όλες τις πλευρές το καθάρισμα και το γράψιμο της ιστορίας και της παράδοσης που εξυπηρετεί κατά το δοκούν εθνικούς ή εθνικιστικούς στόχους, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορισθεί και να προσεγγισθεί μία αλήθεια. Εντέλει, μοναδική, ίσως, αλήθεια να αποτελεί τούτο το διαρκές, ειρηνικό και βίαιο, ανακάτεμα λαών, φυλών, θρησκειών, παραδόσεων, μαζί με τον αγώνα για την καθημερινή επιβίωση για τους πολλούς, και την εκμετάλλευση μύθων και ιδεολογημάτων από τους προνομιούχους λίγους όλων των πλευρών.

Αυτό που μπορεί, ωστόσο, κάθε απροκατάληπτος ακροατής να διαπιστώσει είναι πόσο κοντά είναι ο ήχος του Σκαλκώτα με αυτόν του Ερκίν.

Σε ψηφιακή μορφή χαμηλής ποιότητας, το Köçekçe μπορεί να ακουστεί εδώ, σε εκτέλεση από τη φιλαρμονική ορχήστρα της Βουδαπέστης υπό τη διεύθυνση του Hikmet Şimşek, από το δίσκο Τέσσερα Τουρκικά Ορχηστρικά Έργα, του 1978.

#%ce%bd%cf%84%cf%8c%cf%81%ce%b1-%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%ba%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7