για τη γιορτή της μητέρας

Δε θέλω να γράψω τίποτα, βρίσκω τέτοιες μέρες γελοίες. Αφορμή έψαχνα να γράψω για τη γιαγιά μου.

Η μάνα της μάνας μου γεννήθηκε γύρω στο 1925 στο χωριό που στήθηκε πρόχειρα στην από δω μεριά των Συνθηκών, αφού αυτοί που πήγαιναν να «ελευθερώσουν» πάτρια εδάφη φάγανε τα μούτρα τους στην από κει μεριά. Φυσικά, το νέο χωριό, εξακολουθούσε να έχει το ίδιο τουρκικό όνομα που είχε και πριν την απελευθέρωση-με-το-στανιό και την μετεγκατάστασή του, μαζί με ένα ακόμη προσωρινό, περιγραφικό της κατάστασης καταυλισμού στην οποία για πολλά χρόνια παρέμενε. Δεκαετίες μετά η πολιτική ορθότητα κι η εθνική καθαριότητα επέβαλε τη μετονομασία του σε Νέα «χαμένη πατρίδα».

Εννιά δέκα αδέρφια στο σπίτι, χέρια για τα χωράφια, και παραπανίσια για καβάτζα, στο δρόμο ένα δυο δόθηκαν για καλύτερο μέλλον υιοθεσία, δυο τρία τα πήρε ο Θεός, ήρθε κι η ώρα της γιαγιάς μου στα δεκάξι να την προξενέψουν, αλλά, επειδή, μπορεί μεν να έχει ο Θεός, μα ενίοτε γουστάρει και να παίζει, στο χρόνο πάνω χάνει αγέννητο το πρώτο παιδί η γιαγιά, και προλαβαίνει να μείνει και χήρα, μέσα στον πόλεμο. Κατραπακιά μεγάλη, άντε να ξαναβρείς γαμπρό. Για αισθήματα, κλάψες και καταθλίψεις ούτε συζήτηση, το πρακτικό ζήτημα σε κάθε οικογένεια ήταν να λιγοστεύουν τα στόματα που πεινούσαν. Άλλωστε, ο Θεός τα κανόνιζε όλα, και κάτι θα ήξερε.

Κόντρα στις προβλέψεις, κόντρα στις συνθήκες, κόντρα στο κακό όνομα -να στείλεις αγέννητο και άντρα στα δεκαεφτά, και μάλιστα από αρρώστια , ούτε από πόλεμο, ούτε από κακιά ώρα, δεν είναι μικρό πράμα, να σου ο παππούς στο προσκήνιο. Από το παραδιπλανό χωριό, ο ένας γονιός πρόσφυγας, η μάνα ντόπια Βουργάρα, στον πόλεμο στρατιώτης, του γυάλισε η γιαγιά, και μέσα σε άδειες κι υποχωρήσεις, να η παντρειά, να και η μάνα μου στη ζωή.

Όμως, τόχε κρύψει το κουσούρι ο παππούς: αντάρτης και κουμουνιστής. Ως το τέλος, με συμβούλευε η γιαγιά, μετά: «ό,τι θες να γίνεις σ’ αυτή τη ζωή, κουμουνιστής μόνο να μη γίνεις». Έφυγε άλλη μια φορά ο παππούς στο βουνό αρχές του 47, μηνώ η μάνα μου, και μην τον ξαναείδατε. Τέλη δεκαετίας του 80, από στόμα σε στόμα παλιών συντρόφων, μάθαμε ότι είδαν τον τάφο του στην Πολωνία κάπου. Καμιά δεκαριά χρόνια μετά, βγήκε με τα χίλια ζόρια κι η σύνταξη Εθνικής Αντίστασης.

Κι έτσι έμεινε η γιαγιά χήρα -δεύτερη φορά- και μωρομάνα, στα εικοσιένα. Και τι χήρα, δηλαδή; αφού δεν υπήρχε νεκρός. Τα πρώτα χρόνια να περιμένει να φανεί ο παππούς, να έρχονται μπερδεμένα νέα, πέθανε, είναι κουμουνιστής, πήγε στη Ρωσία, πάρτο απόφαση, το πήρε τελικά κι από τα εικοσ’ τρία εικοσ’ τέσσερα, χήρα μη-χήρα, μαυροφορεμένη, η γιαγιά. Μέχρι που πέθανε, έξω από το μαύρο, άντε να τη θυμάμαι με γκρι και καφέ… Κάθε σαρακοστή την άκουγα να τραγουδάει, όλη τη σαρακοστή, «σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα», ένα κατεβατό καμιά εκατοστή στίχους, κι άλλο τραγούδι δεν άκουσα ποτέ να βγαίνει απ’ το στόμα της. Ψέματα, μια φορά μ’ εξέπληξε μόνο. Έβαλα ένα δίσκο στο πικάπ, Οπισθοδρομικούς με Αρναβιτάκη, το «καρδιά μου καημένη», και βλέπω τη γιαγιά στην πόρτα: «που το βρήκες αυτό; αυτό είναι πολύ ωραίο τραγούδι από τα παλιά, αλλά άντρας τόλεγε»…

«Κακό πράμα ο κουμουνισμός», λοιπόν, οπότε έπρεπε να πληρώσει γυναίκα και παιδί. Μπορεί «πατρός: ΟΡΦΑΝΗ» να έγραφε τ’ απολυτήριο της μάνας μου, αλλά οι φάκελοι λέγανε «πατρός: Κουμουνιστή», οπότε τι κι αν τέλειωσε χρόνια μετά το γυμνάσιο με «λίαν καλώς», κι αρραβωνιασμένη, τι κι αν έγραφε στον ένα διαγωνισμό καλύτερα απ’ τον άλλον, λύση άλλη από τη Γερμανία δε φαινόταν στον ορίζοντα, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία· πίσω, πάλι, στη γιαγιά.

Χήρα κουμουνιστή, «έχει όμως ο Θεός», μεροκάματα εδώ και κει τα πρώτα χρόνια, και λίγο τα χωράφια, και το σόι, έβγαινε η ζωή, μετά, να ο Θεός, σε κάτι καλό της βγήκε, τη μάζεψε μαζί με κάτι άλλες χήρες ο Δεσπότης, καλή μαγείρισσα ήταν, νοικοκυρά, επίσης, οπότε για καμιά δεκαπενταριά χρόνια, έστω, χωρίς ένσημα κι ασφάλιση, μέχρι να τακτοποιηθεί η μάνα μου, και να χρειαστεί να κρατάει εμάς, τα παιδιά, η γιαγιά σπίτι, βόλεψε η μητρόπολη. «Υπηρέτρια στο Δεσπότη ήσουνα;», τη ρωτούσα. «Μη λες τέτοια λόγια, βοηθούσαμε, οι γυναίκες το Δεσπότη» μούλεγε. Και περίσσευε και μας δίνανε και κανένα ρούχο, όποτε ερχόταν βοήθεια στη μητρόπολη: αμερικάνικη, λέγανε, ποτέ δεν κατάλαβα λεπτομέρειες. Κι ας μη τη δικαιούμασταν.

Απ’ όσο τη φέρνω στο νου μου, τριών – τεσσάρων, μέχρι το 2000, που την πλάκωσαν τα εγκεφαλικά απανωτά, κι έμεινε 8 χρόνια να την περιποιείται φυτό η μάνα μου, δεν τη θυμάμαι τη γιαγιά μου νάχει γελάσει ποτέ. Αλλά ούτε και νάχει κλάψει τη θυμάμαι. Μην πάει ο νους σας ούτε σε τίποτα καταθλίψεις, ούτε σε μούτρα. Άνθρωπος να πάρει την πέτρα να τη στύψει ήτανε, αντρογυναίκα, όλη μέρα σ’ απασχόληση. Αλλά σκληρή, αυταρχική, και μόνο στο καθήκον. Όχι ότι της λείπανε κι οι απολαύσεις, τουλάχιστο μετά που πάντρεψε τη μάνα μου: το πλέξιμο, η εκκλησία, ο Άγνωστος Πόλεμος, η Μάρμω, η Λάμψη, η Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου, κι ο ταχυδρόμος να φέρνει το περιοδικό με τα θαύματα κάθε μήνα, η αδερφική της φίλη, μαζί χήρες απ’ τα είκοσί τους με παράλληλες πορείες, η γειτονιά…

Καμιά φορά, λέω, γιατί να μην είχα ποτέ παππούδες και γιαγιάδες σαν αυτούς που ακούω και διαβάζω, πρόσχαρους, να λένε ιστορίες παλιές -χαρούμενες και λυπητερές, να κάνουν δώρα στα ‘γγόνια τους, να τους κάνουν τα χατήρια… Δεν γνώρισα τέτοια γιαγιά. Πάντα γεμάτη αγάπη και νοιάξιμο για μας, ποτέ να μη μας λείψει φαγητό, πλυμένο σιδερωμένο ρούχο, αλλά ίσαμε κει. Πολυτέλεια, χατήρια και παραπανήσιο ποτέ. Και πιο μετά, όσο και να προσπάθησα, ως το τέλος, λόγια για τα παλιά δεν της έπαιρνες με τίποτα. «Τι σκαλίζεις κείνα τα χρόνια, κακά χρόνια…»· ό,τι έμαθα, τόμαθα από τη μάνα μου κι απ’ το σόι. Όσο και κείνοι άνοιγαν καμιά φορά το παρελθόν τους.

62 χρόνια η γιαγιά μου με τη μάνα μου, αχώριστες, στο ίδιο σπίτι. Τα 46 μαζί και με τον πατέρα μου, σώγαμπρο απ’ τα 23 του. Αγέλαστη και στα μαύρα… Κι έχει ο Θεός.

Κι άλλο ένα λόγο είχα να τα γράψω: την απίθανη παραχάραξη στη ΝΕΤ που ακούει στ’ όνομα Η Μεγάλη Αλλαγή.

Συντάκτης: Stazybο Hοrn

I am what I publish; so you are to me.