Gummy Bear, Χριστουγεννιάτικες κάρτες κι ελληνικό τραγούδι

Ζητείται κοινωνικό δίκτυο να γκρεμίσει την πράσινη μπούρδα. Θα μου πεις, και να βάλει τι;

Καθώς το περιοδικό Κ της Κυριακάτικης Καθημερινής δεν ανεβαίνει online, αντιγράφω εδώ:

ΑΚΡΑΙΑ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
Του Θοδωρή Μανίκα, 20/12/2009
Ούτε στο όνειρο του δεν θα πίστευε ο δημιουργός του Gummy Bear πως υπάρχει μια ευρωπαϊκή χώρα όπου το φαντασιακό του δημιούργημα θα κατάφερνε να ταρακουνήσει την ντόπια δισκογραφία, σπάζοντας κάθε σύγχρονο ρεκόρ πωλήσεων.

Περιζήτητος κούκλος ετών 2
Δημιούργημα του βετεράνου και ανήσυχου Jurgen Korduletsch, ο Gummy Bear πρωτοεμφανίζεται το 2007, ως διαδικτυακό αρκουδάκι που χορεύει και τραγουδάει ανέμελα. Η ελληνική του ιθαγένεια προκύπτει όταν ο Κωνσταντίνος Υφαντής, της γνωστής φίρμας αλλαντικών, τον ανακαλύπτει στο YouTube και αποφασίζει να στηρίξει επάνω του την καμπάνια για το παριζάκι Υφαντής, την οποία υλοποίησε η διαφημιστική εταιρεία BBDO. Μετά την τεράστια επιτυχία του cd και του dvd «Θα ‘Μαι Καλό Παιδί», που διένειμε ο Τηλεθεατής, ακολούθησε και τρίτη κυκλοφορία με το cd «Χριστούγεννα Με Τον Gummy Bear», που πούλησε άλλα 120.000 αντίτυπα!

Αυτό τον καιρό ο Gummy Bear εμφανίζεται… live σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το περασμένο Σάββατο εμφανίστηκε σε μεγάλο παιχνιδάδικο.

Ήταν Σάββατο βράδυ, κι έτσι αρχικά δεν έδωσα και πολλή σημασία. Κάποιοι γλεντζέδες περνούσαν από κάτω με το αμάξι, με τη μουσική στη διαπασών -συμβαίνει συχνά τα Σαββατόβραδα. Όμως, το επίμονο μπιτάκι δεν ξεμάκραινε. Σκέφτηκα μήπως καμιά πιωμένη «πρώην» μου έκανε… καντάδα μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα και άνοιξα την μπαλκονόπορτα να στήσω αυτί: «Θα ‘μαι καλό παιδί, άριστος μαθητής, αρκεί με τον δικό μου το ρυθμό να κουνηθείς…». Το τραγουδάκι ήταν καλοδουλεμένο, αλλά ολοφάνερα παιδικό, μια cool καρτουνοειδής φωνή, κάτι σαν ο Ντόναλντ να έχει πάρει πολλά ηρεμιστικά! Σίγουρα κανείς δεν έκανε καντάδα. Αυτό, τέτοιαν ώρα, ήταν πολύ ανησυχητικό.

Τον τελευταίο καιρό τα ‘χουμε δει όλα στην περιοχή όπου μένω, οπότε ο νους μου πήγε σε συμμορία ανηλίκων. Τίποτε κωλοπετσωμένα πιτσιρίκια θα ‘ναι, που κλέβουν αυτοκίνητα και κάνουν τσάρκες ακούγοντας τσίτα τα γκάζια τα αγαπημένα τους τραγουδάκια! Κατέβηκα γρήγορα στο δρόμο, το αμάξι ήταν ακόμη απ’ έξω, το τραγουδάκι έπαιζε δυνατά, πλησίασα φορτσάτος και έπεσα σε τρεις… εικοσάχρονους μαντράχαλους που χαχάνιζαν ανέμελα, τραγουδώντας μαζί με τη «φωνή»: «Πάντα πρώτος στο σχολείο, αγκαλιά μ’ ένα βιβλίο, στο χορό είμαι θηρίο ανήμερο…».

Έκοψα φόρα και τους ρώτησα ψιλοαδιάφορα: «Τι γίνεται, μάγκες; Κοπάνα από νυχτερινό σχολείο κάνατε;». Ο συνοδηγός πήγε να χαμηλώσει τη μουσική. Βρήκα ευκαιρία να επανορθώσω την επιθετική μου άφιξη και πρόσθεσα ψύχραιμα: «Μην το χαμηλώνεις, δεν κατέβηκα για το θόρυβο… Ήρθα να ρωτήσω τι είναι η κομματάρα που ακούτε». Ο οδηγός με κοίταξε δύσπιστα, μετά γέλασαν όλοι και μου είπε: «Μα καλά, πού ζείτε… κύριε; Αυτός είναι ο Γκάμι Μπερ!».

«Και ποιος είναι ο Γκάμι Μπερ, ρε μάστορα;» ρώτησα πειραχτικά. «Μα, δεν βλέπετε τηλεόραση; Είναι το αρκούδι που χορεύει και διαφημίζει το παριζάκι», μου απάντησε και πάτησε σιγά-σιγά το γκάζι, μέσα σε γέλια…

Ανέβηκα κι εγώ στο σπίτι, ενώ με διαπερνούσαν γρήγορες σκέψεις. Οκέι, παιδικά τραγούδια κυκλοφορούν από καταβολής φωνογράφου και τραγουδάκια από διαφημίσεις κάνουν καμιά φορά σουξέ, αλλά ένα παιδικό τραγούδι από μια διαφήμιση αλλαντικού να το ακούν εποχούμενοι 20χρονοι κατά τη σαββατιάτική τους έξοδο, μυρίζει πολύ μεγάλο και παράδοξο σουξέ. Κάτι συμβαίνει εδώ…

 
Μόνο εδώ No 1!
Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι το πράσινο αρκουδάκι Gummy Bear, με το βλέμμα που τα λέει όλα, εμφανίστηκε στο Διαδίκτυο το 2007 με ήπια βιντεοκλίπ, όπου χόρευε και τραγουδούσε πρωτότυπα τραγουδάκια, γεμάτα ανέμελες ανοησίες του τύπου: «Oh I’m a gummy hear, oh I’m a gummy bear, oh I’m a yummy tummy funny lucky gummy bear». Έξυπνα στημένο το project, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την ιντερνετική αγορά και, μετά την επιτυχία των free βίντεο, λάνσαρε το αρκουδάκι σε cd, dvd, wallpaper, video game, ringtone, mp3 και όλα τα άλλα, που καταναλώθηκαν από πιτσιρίκια και τινέιτζερ παγκοσμίως, ενώ τα τραγούδια άρχισαν να κυκλοφορούν μεταγλωττισμένα σε 30 γλώσσες, πολλαπλασιάζοντας τα κέρδη.

Δύο χρόνια μετά τη γέννηση του, ο Γκάμι Μπερ έσκασε μύτη και στην ελληνική του βερσιόν, όχι ακριβώς στο Διαδίκτυο αυτήν τη φορά, αλλά ως πρωταγωνιστής και τραγουδιστής στο τηλεοπτικό σποτ για το παριζάκι Υφαντής!

«Διαβάζω όσο θες, θα κάνω ό,τι πεις, αρκεί το παριζάκι μου να είναι Υφαντής…»

Και εγένετο κοσμογονία! Κάποια γατόνια στη δισκογραφική εταιρεία Universal κάτι μύρισαν, πήραν γρήγορα τις άδειες, μεταγλώττισαν όλα τα τραγούδια, έκαναν deal με το περιοδικό Τηλεθεατής, που διένειμε το προϊόν με έξτρα χρέωση 9,90 ευρώ, και, μέσα σε τρεις εβδομάδες, πουλήθηκαν 200.000 cd και 120.000 dvd! Για πρώτη φορά παγκοσμίως ο Γκάμι Μπερ έγινε No 1 σε μία χώρα και, φυσικά, αυτό επισημαίνεται δεόντως στη διεθνή ιστοσελίδα του πράσινου αρκούδου, όπως δεόντως επισημαίνεται και η καινοφανής παρουσία του στο πρωινό της Ελένης Μενεγάκη! Γιατί με τέτοιο σουξέ εν Ελλάδι, παράτησε τις διεθνείς υποχρεώσεις του και ήρθε στην Αθήνα, όπου άρχισε τις εμφανίσεις.

Αυτό μου φάνηκε πολύ φυσιολογικό. Εφόσον ως λαός τον θρονιάσαμε, μόνοι εμείς σε όλη τη Γη, στην πρώτη θέση των προτιμήσεων μας στο τραγούδι, υπέθεσα πως δεν θα έχει κανείς αντίρρηση (και πρώτοι απ’ όλους οι συνάδελφοι του τραγουδιστές που είναι στις αποκάτω θέσεις του πίνακα πωλήσεων) να τον δούμε σύντομα και στα νυχτερινά μαγαζιά, σε κεντρικό ρόλο. Προσωπικώς, όμως, με αφορούν οι δίσκοι και όχι οι πίστες. Έτσι, από τον απροσδόκητο εγχώριο δισκογραφικό θρίαμβο του Gummy Bear, κράτησα τρεις καθοριστικές λεπτομέρειες.

Πρώτον, παρά τη χιλιομασημένη καραμέλα ότι τα νόμιμα cd δεν πουλάνε μία, η αλήθεια είναι πως ΠΟΥΛΑΝΕ! Ένα δεκάευρο πλέον της τιμής του περιοδικού Τηλεθεατής, αλλά και η εκτόξευση του τιράζ του στα ύψη, με επαναληπτικές κυκλοφορίες λόγω αυξημένης ζήτησης (παρά την άμεση πειρατεία) δείχνουν ότι ενσυνειδήτως οι άνθρωποι αγόρασαν νόμιμο cd. Σίγουρα δεν έχουν ξεχάσει να το κάνουν. Και αυτό είναι καλό σημάδι.

Δεύτερον, εκείνο που έχει αλλάξει είναι το σημείο πώλησης της μουσικής. Τα δισκοπωλεία πέθαναν, αλλά οι δίσκοι ζουν και βασιλεύουν – στα περίπτερα και τα ψιλικατζίδικα! Και δεν εννοώ μόνο αυτούς που πωλούνται εδώ και χρόνια μαζί με εφημερίδες και περιοδικά, εννοώ και σκέτα cd. Εδώ και μήνες κάνουν όλο και πιο συχνά την εμφάνιση τους κανονικοί δίσκοι των σύγχρονων αστέρων, σε τιμές που αγγίζουν τα 20 ευρώ, που πουλάνε μέσα από τις Έβγες πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στα δισκοπωλεία. Και μην κοιτάς στις μεγάλες πόλεις, όπου υπάρχουν και τα fnac, τα metropolis και τα public. Στην επαρχία οι ανάγκες ικανοποιούνται αλλιώς και τα τελευταία χρόνια έχει γεμίσει η χώρα από κεντρικά μαγαζιά, ανοιχτά ως το βράδυ, που διαθέτουν από Τύπο μέχρι κομπολόγια, από μπισκότα διαίτης μέχρι βιβλία και από… παριζάκι μέχρι cd. Τι να κάνουμε; Αλλάζει η ζωή και κάνει κύκλους. Όταν πρωτοάρχισα να αγοράζω δισκάκια βινιλίου, στην επαρχία τα βρίσκαμε σε καταστήματα ηλεκτρικών ειδών. Δεν έπαθε κανείς τίποτε που η μουσική στοιβαζόταν δίπλα σε πλυντήρια και τηλεοράσεις – και δεν θα πάθει και τώρα. Κι αυτό είναι άλλο ένα καλό σημάδι.

Τέλος, η τρίτη λεπτομέρεια δεν κρύβει κανένα σημάδι, αλλά με βροντώδη τρόπο φωνάζει κάτι πολύ επώδυνο: ενώ σε όλο τον κόσμο η ιντερνετική μόδα του Gummy Bear καταναλώνεται χωρίς υστερίες, χωρίς οι Ισπανοί ή οι Ούγγροι, για παράδειγμα, να το αναδείξουν ποτέ σε εθνικό χιτ, έγινε No 1 μόνο στην Ελλάδα, με πωλήσεις που ισοδυναμούν με 25 πλατινένιους δίσκους (!!!), γιατί ΜΟΝΟ ΕΔΩ υπήρξαν, εδώ και χρόνια, οι ειδικές συνθήκες που επιτρέπουν τέτοια ΞΕΦΤΙΛΑ! Αυτό αξίζει να το δούμε λίγο αναλυτικότερα.

 
Φλασμπάκ
Πρώτα απ’ όλα, φεύγω από την αυταπάτη ότι, επειδή το προϊόν χαρακτηρίζεται παιδικό, το καταναλώνουν μόνο παιδάκια. Τα παιδιά ξέρουν να το «κατεβάσουν» και από το Ίντερνετ και, επιπλέον, δεν νομίζω να αγοράζουν τον Τηλεθεατή κατά εκατοντάδες χιλιάδες ούτε να στήνονται να δουν τη Μενεγάκη. Το ακούν τα πιτσιρίκια, δεν λέω, αλλά το καταναλώνουν και όλοι όσοι το αγοράζουν με πρόσχημα τα πιτσιρίκια. Άλλωστε, η ίδια η φρασεολογία του Gummy Bear είναι για γονείς. Φράσεις όπως «θα ‘μαι καλό παιδί, άριστος μαθητής», «θα είμαι συνεπής», «θα κάνω ό,τι θες», κ.λπ., δεν τις λέει κανένας πιτσιρικάς, εκτός κι αν απειλείται! Αντιθέτως, πολλοί ψωνέ γονείς αρέσκονται να τις ακούνε… Όσο για τα club mix που διατίθενται (και σιγά-σιγά ακούγονται και στα κλαμπ!), και αυτά από ενηλίκους καταναλώνονται, εξ ου και το σαββατιάτικο περιστατικό που ανέφερα στην αρχή.

Το ακούν και μεγάλοι λοιπόν και, ακόμη κι αν προφασιστεί κάποιος την πλάκα, αυτό είναι ο πάτος του βαρελιού στον οποίο μας οδήγησε η σταδιακή απαξίωση του οιουδήποτε περιεχομένου στη μουσική που καταναλώνουμε στην Ελλάδα.

Ποια πλάκα, δηλαδή; Πάντοτε ακούγαμε τραγούδια και για πλάκα, αλλά ποτέ δεν υπήρχε δίπλα τους ένα τόσο ογκώδες ΤΙΠΟΤΑ, ώστε να τους εκχωρηθούν τα πρωτεία! Δίπλα τους υπήρχαν, χωρίς ν’αφήνουν περιθώρια για πλάκα, τα εκατοντάδες μυθικά τραγούδια που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη της εγχώριας δισκογραφικής βιομηχανίας καθ’ όλη την ακμή της, τραγούδια που συνέθεσαν έναν μοναδικό αστικό πολιτισμό και έναν τεράστιο εθνικό πλούτο. Γιατί στη μουσική η Ελλάδα δεν είναι Ισλανδία ούτε Σενεγάλη, με το συμπάθιο.

Το νεοελληνικό μουσικό θαύμα του 20ού αιώνα είναι πολύτιμο, γιατί κάλυψε με τρομερή ποιότητα και ποικιλία το καθημερινό τραγούδι των ανθρώπων αλλά και γιατί διαφήμιζε τη χώρα και τον σύγχρονο πολιτισμό της παντού, αφού περιέχει Νόμπελ, Όσκαρ, τραγούδια στα γαλλικά, αγγλικά, αμερικανικά, αραβικά και γερμανικά τοπ τεν, διεθνείς αστέρες και παγκόσμια σουξέ. Όλα αυτά πριν ξεκινήσει η παγκόσμια μόδα του ethnic. Θα περίμενε, μάλιστα, κανείς πως, τότε ακριβώς, θα έπρεπε να αρχίσει ένας νέος κύκλος λάμψης για το νεοελληνικό τραγούδι, αφού είχε διεκδικήσει και κερδίσει για λογαριασμό του πράγματα που άλλες εθνικές σχολές τραγουδιού περίμεναν τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο για να τα γευτούν… Αντιθέτως και παραδόξως, όμως, τότε ξεκίνησε το χωρίς επιστροφή κατρακύλισμα της εγχώριας δισκογραφίας.

Οι μέρες δόξας πριν και μετά τη δικτατορία άρχισαν να σκουραίνουν στη δεκαετία του ’90, εξ αιτίας μιας αλληλουχίας γεγονότων που όλοι έβλεπαν, αλλά όλοι προτιμούσαν να τα κουκουλώσουν κάτω από σταθερώς επαναλαμβανόμενα κλισέ, όπως οι πειρατές και, αργότερα, το Ίντερνετ. Λες και στην Αγγλία, π.χ., δεν είχαν Ίντερνετ ή μαυρούκους δισκοπειρατές. Εκεί και οπουδήποτε αλλού, όμως, ήξεραν πως η φύση της μουσικής βιομηχανίας είναι να προσαρμόζεται στα νέα μέσα και όχι να τα εχθρεύεται (γι’ αυτό ξεκίνησε το χίλια οκτακόσια τόσο από τις παρτιτούρες και έφτασε στα mp3). Κι έτσι οι ξένοι έπεσαν με τα μούτρα στην προσαρμογή.

Εδώ κανείς δεν έδωσε σημασία στην προσαρμογή και όλοι άρχισαν να φθηναίνουν το προϊόν «δίσκος». Οι συνθέτες (που στην Ελλάδα έπαιζαν συχνά και το ρόλο του ενορχηστρωτή και του παραγωγού) παραμερίστηκαν ως απαιτητικοί και ιδιόρρυθμοι, η κάθε επίδοξη τραγουδίστρια, πρόθυμη να πληρώσει για να κάνει καριέρα, άρχισε να έχει για τις εταιρείες πιο πολύ ενδιαφέρον από τον κάθε Δήμο Μούτση, τα στούντιο και οι καλοί μουσικοί άρχισαν να θεωρούνται περιττά έξοδα (σε αντίθεση με τα δωρεάν ακριβά γεύματα και τα bonus των στελεχών, που θεωρούνται… ουσιώδη έξοδα) και ως αποτέλεσμα το περιεχόμενο φθήνυνε απελπιστικά. Κάποιοι, όπως ο προαναφερθείς Μούτσης, λούφαξαν, κάποιοι άρχισαν να ενδιαφέρονται για αρπαχτές αντί για συναυλίες, οι τραγουδιστές βλέπανε τις πίστες ως δουλειά τους και τους δίσκους ως υποχρέωση, οι έντεχνοι λούφαξαν στη μιζέρια των λεγόμενων «μουσικών σκηνών» και οι εταιρείες έτριβαν τα χέρια τους που μπορούσαν να κερδίζουν έχοντας ξεφορτωθεί τους μεγάλους καλλιτέχνες, τις ιδιορρυθμίες τους, τα άγρια ωράρια, τα όποια «έκτροπα», τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις, τα πολλά στούντιο. Συνέχιζαν τα υπερκέρδη με τη νέα φάμπρικα των cd σε περιοδικά, εφημερίδες και λοιπά προϊόντα (ως και στο Dixan!) και με νέους δίσκους για την υπόλοιπη αγορά, που τους ετοίμαζαν «εύκολοι, βολικοί και γρήγοροι» άνθρωποι.

Το πρώτο είχε ως συνέπεια να απαξιωθεί δραστικά το προϊόν δίσκος, αφού έγινε «του τζάμπα», και μαζί του να απαξιωθεί και όλος ο θησαυρός του νεοελληνικού τραγουδιού που λέγαμε πριν, αφού, εκτός από τζάμπα, πλασαρίστηκε μέσα από τις συσκευασίες των εντύπων με τρόπο που αποστερεί από τους γίγαντες του τραγουδιού μας κάθε τους αισθητική ιδιαιτερότητα, όταν τα τραγούδια π.χ. του Ζαμπέτα και του Ξυλούρη προσφέρονται σε πανομοιότυπες συσκευασίες. Γιατί η δύναμη της ιδιαιτερότητας ήταν πάντοτε κινητήρια για το τραγούδι μας. Και εκεί μπαίνει το δεύτερο, οι «εύκολοι, βολικοί και γρήγοροι» άνθρωποι, που δεν εγγυώνται καμία ιδιαιτερότητα (καλλιτεχνικώς εννοώ), αντιθέτως άρχισαν να εξομοιώνουν το προϊόν τόσο πολύ, που ώρες-ώρες ακόμη και τα πλακατζίδικα πονήματα του Καρβέλα από το παρελθόν φάνταζαν ριζοσπαστικά αριστουργήματα μπροστά σε ό,τι κατάπιαμε από τα τελευταία χρόνια του περασμένου αιώνα και μετά.

 
Τα σημάδια του 2002
Την εποχή εκείνη (2000), η ελληνική κοινωνία ολοκλήρωνε ένα 20ετές ξεσάλωμα, στη διάρκεια του οποίου ξεχαρβαλώθηκε κάθε έννοια ποιότητας, αισθητικής και ηθικής, γενικότερα. Ακόμη και αριστερής κοσμοθεωρίας άνθρωποι πρωτοστάτησαν στο δόγμα του χαβαλέ, δώστου πιπίνια, σφηνάκια, ντιχτιρντάι και «να περνάτε καλά Ο,ΤΙ κι αν κάνετε», ο Νεοέλληνας ένιωσε για λίγο άρχοντας της κατάστασης, το τραγούδι υποβαθμίστηκε σε «βαράτε, βιολιτζήδες» και ο «τραγουδιστής», αυτή η γιγαντιαία μορφή της νεοελληνικής κουλτούρας, μεταβλήθηκε σε «κι από φωνή… κορμάρα!».

Με τον ερχομό δε της νέας πραγματικότητας, μετά το 2000, όταν τα ριάλιτι και η υπερχρήση των νέων τεχνολογιών ισοπέδωσαν και τα τελευταία ψήγματα αντίστασης, η αντίληψη του Νεοέλληνα για το τραγούδι, είτε των Nirvana είτε της Βανδή, μετασχηματίστηκε σε κάτι που το δέχεται ως στιγμιαία κατανάλωση και τίποτε άλλο.

Το 2002 ήταν, κατά τη γνώμη μου, η τελευταία αναλαμπή της εγχώριας δισκογραφίας, αφού οι παλιές συντεταγμένες φώναξαν «παρών» με τρία μέγιστα σουξέ, γεμάτα από αυτή την ιδιαιτερότητα και την ποικιλία που χαρακτηρίζει τις λαμπρές στιγμές της – τρία φρέσκα τραγούδια που αγκάλιασε όλη η Ελλάδα: το «Θάλασσα Μου Σκοτεινή» του Νίκου Πορτοκάλογλου, το «Δρόμοι Του Πουθενά» με τον Γιώργο Μαργαρίτη και τους 667 και το «Πόσο Μου Λείπεις» με τον Σώτη Βολάνη. Κανένα δεν προερχόταν από τις κορυφές του σταρ σίστεμ, ακούστηκαν όμως πολύ, παντού και από όλους και πούλησαν πολλές δεκάδες χιλιάδες ΝΟΜΙΜΑ cd και πολύ περισσότερα πειρατικά. Για λίγους μήνες το σύστημα «κουνήθηκε» και η ισχυρότατη τάση για εξομοίωση στο ελληνικό τραγούδι κλονίστηκε για τα καλά από αυτά τα τρία τραγουδάκια. Για λίγους μήνες…

Τίποτα δεν άντεξε! Ο Πορτοκάλογλου τα ’σπασε με τον ενορχηστρωτή και παραγωγό του αριστουργήματος, Χρυσόστομο Μουράτογλου, και επέστρεψε στα συνήθη όρια της τραγουδοποιίας του, λυτοί και δεμένοι έπεσαν στον Μαργαρίτη και τον έψησαν να ξεκόψει από τους άναρχους 667 και ο Βολάνης εξοβελίστηκε εις το πυρ το εξώτερον, επειδή «την είπε» ζωντανά στον αέρα στη… Μενεγάκη.

Όταν όλα καθάρισαν, μια ιδιόρρυθμη χριστουγεννιάτικη κάρτα στα τέλη εκείνης της χρονιάς έκανε σαφές πως το πάρτι τελείωσε, οι ημέρες της ένδοξης εποχής για το ελληνικό τραγούδι είχαν παρέλθει οριστικά. Γιατί την κάρτα (που τους απεικόνιζε κιόλας!) την απέστειλαν δύο πρωτοκλασάτα στελέχη της δισκογραφίας, παραγωγοί πολλών ιστορικών δίσκων με λαμπρούς καλλιτέχνες, σημειώνοντας ανερυθρίαστα πως «αν μερικοί μαλάκες δεν καταπιάνονταν να φτιάξουν τραγούδια για ηλίθιους, αναρωτιόμαστε τι θα άκουγαν οι ηλίθιοι»! Πάρε το νέο δόγμα στη μούρη.

Μετά από αυτήν τη χριστουγεννιάτικη κάρτα, που ήταν σαν ληξιαρχική πράξη θανάτου της ελληνικής δισκογραφίας, ήρθε το μέλλον! Ήρθαν τα ριάλιτι, κουμάντο κάνει ο Ψινάκης, καριέρα κάνει η κάθε Καλομοίρα, χωρίς καν να απαιτείται να κυκλοφορεί τραγούδια, και μέγιστοι τραγουδοποιοί είναι πια οι ίδιοι οι τραγουδιστές ή οι φίλοι τους («αφού κανείς δεν ασχολείται με το περιεχόμενο, γιατί να μην πάρω εγώ τα ποσοστά των δημιουργών», σου λέει) και όχι οι νέες… ρουφήχτρες της ζωής, όπως ήταν οι γίγαντες πρωτομάστορες του τραγουδιού στα κατεδαφισμένα πλέον στούντιο της Κολούμπια, το τραγούδι έγινε ψήφος με sms (άλλο τερτίπι και τούτο -ψήφος επί πληρωμή γίνεται;) και το αίτημα για διαφορετικότητα έπεσε κάτω του μηδενός. Και αφού όλα ίσιωσαν και το τραγούδι οριστικά ξεφτιλίστηκε, χρόνια τώρα δεν ακούσαμε ούτε ένα τραγούδι που να μη χαβαλεδιάζει ή να μην κλαψοτρίβεται, ούτε ένα που να καταπιάνεται με την εντός και εκτός Ελλάδος αληθινή ζωή… Τίποτα.

Ως εκ τούτου, πού αλλού θα έβρισκε ο Gummy Bear πρόσφορο έδαφος για να χτυπήσει κορυφή; Αυτός ποντάρει στη διαφορετικότητα, είναι αυθεντικός, πιστεύει στην καλή μελωδία, προσπαθεί να ξεφύγει από τις σκοτούρες της ζωής και έχει τόσο δείκτη ευφυΐας, που μπορεί άνετα, παρότι αρκουδάκι, να συναναστρέφεται τετράχρονα ανθρωπάκια. Ξέρεις κανένα σύγχρονο ελληνικό τραγούδι που να μπορεί να διεκδικήσει τέτοιες δάφνες;

Ούτε στο όνειρο του, λοιπόν, δεν θα πίστευε ο δημιουργός του Gummy Bear πως υπάρχει μια ευρωπαϊκή χώρα (αυτοαποκαλούμενη μάλιστα… λίκνο του πολιτισμού), όπου το φαντασιακό του δημιούργημα θα καταφέρει, ελλείψει ανταγωνισμού, να ταρακουνήσει την ντόπια δισκογραφία και να εκτινάξει τις συντεταγμένες της στα ύψη, σπάζοντας κάθε σύγχρονο ρεκόρ πωλήσεων.

Αυτό, βέβαια, μπορεί σε κάποιους να δημιουργεί θετικά συναισθήματα – άλλη μια πρωτιά για την Ελλαδάρα!

Σ’ εμένα, ο σημερινός θρίαμβος του Gummy Bear δημιουργεί ένα βαθύ αίσθημα αποστροφής για την τόσο ιδιάζουσα αυτοχειρία της ελληνικής δισκογραφίας και με κάνει να φοβάμαι πως το δύσμοιρο ελληνικό τραγούδι τα ‘χασε όλα πια – το μέλλον, το παρελθόν, τη λάμψη… Όλα όσα είναι δύσκολο να ξαναβρείς.

Συντάκτης: Stazybο Hοrn

I am what I publish; so you are to me.

14 thoughts on “Gummy Bear, Χριστουγεννιάτικες κάρτες κι ελληνικό τραγούδι”

  1. Ισοπεδωτικό ποστ -με την καλή έννοια. Αφού όλα ίσωμα έχουν γίνει…

    (έχεις χάσει το επεισόδιο που στα κλαμπ παίζονται και οι Mazoo and the Zoo. Θα το είχα χάσει και εγώ, αλλά έχω τις συναδέλφισσες στο γραφείο που με ‘ενημερώνουν’.

    O tempora o mores…

    Μου αρέσει!

  2. Θα είχατε άδικο, αν δεν είχατε δίκιο.

    Εξηγούμαι: Ο Gummy Bear είναι ένα κολλητικό χιτ, πολύ χορευτικό και πολύ χαρούμενο- ποτέ νανένας Gummy Bear δεν ανταγωνίστηκε τον Λοίζο, τον Χατζηδάκι ακι τον Μαργαρίτη. Και πώς να μη γίνει μέγα σουξέ στους καιρούς την μαυρίλας που ζούμε, μεταξύ γρίππης, χρεωκοπίας, και κατολισθήσεων;

    ¨Εχετε απόλυτο δίκιο όμως για την απόλυτη άπνοια στο ελληνικό τραγούδι. Η Πρωτοψάλτη από καιρό έχει πάει με το Σατανά. Η Αλεξίου δεν υπάρχει. Η Αρλέτα έβγαλε έναν δπλό δίσκο με ξαναζεσταμένα παλιά και αδιάφορα νέα. Ακόμα και η υπέρ- ααπημένη μου Τάνια έβγαλε πρόσφατα νέα τραγούδια από απαράδεκτα ως μέτρια. Ποιός θα πολεμήσει λοιπόν το Θηρίο της βλάχο-τρέντυ-γκλαμουριάς;;;; (Γιατί αυτή είναι ο μόνος εχθρός, και όχι ο Καραμελαρκούδος)

    Αν μάθετε την απάντηση πείτε μου κι εμένα…

    Μου αρέσει!

  3. Το άρθρο του Θ. Μανίκα θα μπορούσε να είναι πολύ πιο εύστοχο και λιγότερο τετριμμένο αν ανέφερε π.χ. ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια στη Μεγ. Βρετανία, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, έσκιζε σε πωλήσεις ο Crazy Frog (που αποτέλεσε και πρότυπο του Gummy Bear), με ανταγωνιστές στην κορυφή των τσαρτς κυρίως απόφοιτους μουσικών ρηάλιτυ.

    Τώρα, το ότι στα τρία παραδείγματα από τις τελευταίες «φρέσκες λαμπρές στιγμές γεμάτες ιδιαιτερότητα» της ελληνικής δισκογραφίας, συμπεριλαμβάνει και το δικό του συγκρότημα (τους «άναρχους» 667) για τη συνεργασία τους με τον Μαργαρίτη μου μοιάζει λίγο αυτοδιαφήμιση. Όσο για τον «αυθάδη ανεξάρτητο» Βολάνη, σίγουρα περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, αλλά ήμαρτον, «ιδιαίτερες στιγμές» τύπου Sotis Volanis έχουμε και σήμερα να φάνε κι οι κότες: (εδώ το τραγούδι που ενθουσίασε τον Μανίκα).

    Για την κακή κατάσταση του ελληνικού τραγουδιού δε διαφωνώ καθόλου, αλλά με απόλυτους αφορισμούς όπως «ξεχαρβαλώθηκε κάθε έννοια ποιότητας, αισθητικής και ηθικής, γενικότερα», «η αντίληψη του Νεοέλληνα για το τραγούδι, είτε των Nirvana είτε της Βανδή, μετασχηματίστηκε σε κάτι που το δέχεται ως στιγμιαία κατανάλωση και τίποτε άλλο», «το δύσμοιρο ελληνικό τραγούδι τα ‘χασε όλα πια – το μέλλον, το παρελθόν, τη λάμψη… όλα όσα είναι δύσκολο να ξαναβρείς» τα ισοπεδώνει όλα, λες και δεν υπάρχουν πια πουθενά ακροατές με κριτήριο, ούτε περιπτώσεις ή δυνατότητες καλών νέων τραγουδιών, ακόμη κι αν δεν αφορούν μαζικά σουξέ.

    Μου αρέσει!

    1. Αυτό που βρήκα ενδιαφέρον είναι η ιστορία που αναφέρει για την οποία έχω τα ερωτήματά μου.

      Α, κι επίσης μια άλλη επιφύλαξή μου αφορά τα αναφερόμενα νούμερα πωλήσεων. Εντάξει, τα περιοδικά είναι κουκιά μετρημένα, τόσο τιράζ μείον τόσα επιστροφές, αλλά στα δισκάδικα είναι γνωστό ότι μετράνε όσα σπρώχνουν, και ιδιοτύπως προπωλούν, παρά όσα πραγματικά αγοράζονται τελικά από τον κόσμο.

      Μου αρέσει!

  4. Γι’ αυτό ακριβώς μπήκα στο κόπο να βγάλω το άρθρο online. Πιθανόν να διαβαστεί περισσότερο από αναγνώστες που τους αφορά, και να συζητηθεί.

    Συμφωνώ ότι δεν δείχνει σεμνότητα η αυτοαναφορά (εγώ, έτσι κι αλλιώς, τον προτιμώ στο «απόψε φύγαμε»), και συμφωνώ και για τον Βολάνη (σκουπίδι για μένα).

    Τώρα για τους αφορισμούς, τείνω να συμφωνήσω με αυτούς, ως κανόνες που έχουν τις εξαιρέσεις τους.

    Για μένα, ο μεγάλος εχθρός της ελληνικής μουσικής, και όχι μόνο, είναι ο Γιαννίκος. Όχι ως πρόσωπο, αλλά ως αυτό που εκπροσωπεί: τη συγκέντρωση επιχειρήσεων δισκογραφίας, θεάτρου, θεαμάτων, τηλεόρασης και τη χυλοποίηση όλων σε ένα…

    Τελικά, ίσως το άρθρο να είναι κομμένο και ραμμένο για αναγνώστες Καθημερινής.

    Μου αρέσει!

  5. Ενδιαφέρον είναι σίγουρα το άρθρο και ενημερωτικό για το κοινό στο οποίο απευθύνεται, αλλά η βασική μου διαφωνία αφορούσε κυρίως το συμπέρασμα ότι «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά». Και η κρίση στη δισκογραφία -με τους εταιριάρχες να έχουν χάσει τον μπούσουλα- είναι διεθνής και τα καρτουνοσουξέ κι οι ριαλητοαοιδοί είναι παγκόσμια φαινόμενα, που όπως συνηθίζεται, τα βιώνουμε κι εδώ με τη γνωστή διαφορά φάσης.

    ΥΓ. Ποιο θα ήταν άραγε το ελληνικό αντίστοιχο των RATM; :-P

    Μου αρέσει!

  6. Έχει πλάκα. Εκεί στο noiz.gr συζητάνε για το άρθρο, χωρίς, λέει, να μπορούν να αναφέρουν το μπλογκ μου, όπου το έχω αντιγράψει -αφού δεν υπάρχει ονλάιν (και αφού έχει παρέλθει η κυκλοφορία του σχετικού τεύχους της Κ.).

    Κι άκου να δεις ειρωνεία· αν το άρθρο ήταν ονλάιν, θα μπορούσα, λέει, να το αντιγράψω! Όμως, τώρα, που δεν είναι, δεν μπορώ!

    Παλικάρια, 100% το αντέγραψα, όχι 90% που λέτε. Εκτός αν μετράτε για 10% τς εικόνες.

    Μου αρέσει!

  7. Μου λύθηκε η απορία με αυτό το τραγουδάκι που το ακούω από δω κι από κει χωρίς να έχω καταλάβει τι είναι. Ούτε τη διαφήμιση δεν είχα δει.
    Να ‘σαι καλά head charge για το λινκ στο τραγούδι του Βολάνη. Το έψαχνα. Πλάκα μας κάνει ο τύπος. Ε, όχι και στιγμή του ελληνικού τραγουδιού!
    Εγώ πειράζει πως θεωρώ εξαιρετικό το δίσκο που έβγαλε ο Αγγελάκας με το Βελιώτη πρόπερσι, ή πολύ καλή δουλειά τον τελευταίο του Ιωαννίδη; Και αυτά χωρίς να παρακολουθώ ιδιαίτερα δισκογραφία. Φαντάζομαι ότι ο αρθρογράφος μιλάει με όρους μαζικότητας.
    Έχω όμως μια αμφιβολία κι ένα ερώτημα. Τα τραγούδια που έχουν επιβιώσει μετά από 40 χρόνια είναι επειδή ήταν τόσο μαζικά ή επειδή ήταν ποιοτικά. Μήπως υπάρχουν και άλλα που δεν έχουν επιβιώσει και είχαν γίνει σουξέ στην εποχή τους;
    Τώρα για τη θεοποίηση των τραγουδιστών, τι να πω; Για κανένα λόγο.
    Ωραίο ποστ Stazybo Horn. Καλή χρονιά κι από δω…

    Μου αρέσει!

Τι είπες;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s