Βασίλειου Δ. Φόρη: Από τις ανευθυνότητες της «Ευθύνης» για γλωσσικά και ορθογραφικά

Με αφορμή ένα παλιό κείμενο του Διονύση Σαββόπουλου που ξεθάφτηκε ξανά, ο Γιάννης Χάρης αναδημοσίευσε σε μορφή «φωτοτυπίας»  ένα εκτενές σχετικό κείμενο του Β. Δ. Φόρη. Απ’ όσο γνωρίζω, το τελευταίο δεν υπάρχει σε μορφή κειμένου στον ιστό, οπότε για τον γούγλη, και μέσω αυτού, την ιστορία, το παραθέτω.

Βασίλειου Δ. Φόρη
Από τις ανευθυνότητες της «Ευθύνης» για γλωσσικά και ορθογραφικά
(Κριτική στις σχετικές απόψεις των κ.κ. Κ. Τσάτσου, Γρ. Κασιμάτη και Κ. Ε. Τσιρόπουλου)
Θεσσαλονίκη 1981

«… ένα από τα πράγματα που πρωτίστως μας
χρειάζεται είναι η αλήθεια, να λέμε δηλαδή τα πράγματα με το όνομά-τους,
έστω και αν η … αδιάκριτη αυτή συνήθεια ζημίες συνήθως προσπορίζει,
πολλαπλές μάλιστα, σε όσους επιμένουν να μην την απαρνούνται…».
(«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», κύριο άρθρο της 5.6.1981).

Εισαγωγικό
Στο τεύχος 112 (Απριλίου 1981) του περιοδικού «Ευθύνη», που «διευθύνεται από Επιτροπή» με υπεύθυνο τον κ. Κ. Ε. Τσιρόπουλο, δημοσιεύονται είκοσι τρία άρθρα ισάριθμων Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων (σ. 145 – 247) (μαζί και δύο άλλα ξένων, που δε θα μας απασχολήσουν) με το γενικό τίτλο «Γλώσσα και Έθνος». Ακαδημαϊκοί, καθηγητές πανεπιστημίων, εκπαιδευτικοί, συγγραφείς και λογοτέχνες διατυπώνουν τις απόψεις-τους για το σπουδαίο αυτό θέμα, βλέπουν, ο καθένας από τη σκοπιά-του, το πρόβλημα της γλώσσας καθ’ εαυτήν και σε συνάρτηση με το έθνος, πολλοί εντοπίζουν το θέμα στη μεταβατική εποχή που περνάει η γλώσσα-μας με τη μεταρρύθμιση του 1976, επισημαίνουν τα προβλήματα που είναι μοιραίο να σωρεύονται και προτείνουν λύσεις.

Ούτε σκέψη, βέβαια, να δώσω έστω και περιληπτικά το περιεχόμενο τόσων άρθρων — θα χρειάζονταν οι μισές από τις 103 εκείνες πυκνές σελίδες, αν μάλιστα γινόταν και κριτική σε πολλές απόψεις. Θα είχα απλώς να συστήσω στους αρμόδιους κρατικούς φορείς να μελετήσουν τα κείμενα και φυσικά να αξιοποιήσουν όσες από τις προτάσεις το αξίζουν. Επειδή όμως κάποιοι αρθρογράφοι πέρα από τις απόψεις-τους — που, και εξωπραγματικές αν χαρακτηρίζονταν, είναι σεβαστές — θεώρησαν σωστό να δώσουν στον αναγνώστη και συγκεκριμένες πληροφορίες για θέματα κυρίως γλώσσας και ορθογραφίας (κάπου κάπου και προφοράς), θα με απασχολήσουν σχεδόν αποκλειστικά αυτές μόνο οι διδασκαλίες των αρθρογράφων.

Οι απόψεις του κ. Κ. Τσάτσου
Ο ακαδημαϊκός, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, συγγραφέας και φιλόσοφος κ. Κωνσταντίνος Τσάτσος, ενώ στο μισό άρθρο-του αναπτύσσει τις απόψεις-του για τη γλώσσα γενικά και για τη νεοελληνική ειδικότερα, στο άλλο μισό ασχολείται αποκλειστικά με την ορθογραφία-μας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο τονικό πρόβλημα. «Η ορθογραφία», γράφει, «είναι και ιστορία», «προτιμώ τη λεγόμενη ιστορική ορθογραφία από τη μη ιστορική και απλοποιητική». Φυσικά, σε θέματα προσωπικών προτιμήσεων κανείς δεν μπορεί να αντιτάξει τίποτε. Ο κ. Τσάτσος όμως συνεχίζει: «Για τη θεωρία των εραστών της γρήγορης απλοποίησης θα έπρεπε να σβύσουν οι δίφθογγοι και το ω. (…) Εγώ αντιδρώ». Και πάλι κανείς δε θα στερούσε από τον αρθρογράφο το δικαίωμά-του αυτό, μολονότι δεν έχει προταθεί από καμιά επώνυμη και επίσημη πηγή να σβήσουν, δηλαδή να λείψουν από τη γραφή της γλώσσας-μας τα δίψηφα (και όχι οι δίφθογγοι· είναι διαφορετικά μεταξύ-τους τα δύο πράγματα), οι, ει, αι, όπως γράφονται π.χ. στη λέξη πραγματοποιείται κτλ., και να σβήσει επίσης το ω. Ας είναι όμως· οι αντιρρήσεις αρχίζουν από εκεί που ο κ. Τσάτσος ασχολείται με ορθογραφία και προφορά:

1) Ενώ δέχεται να φύγουν οι τόνοι και η ψιλή, να μπαίνει δηλαδή κουκκίδα στην κάθε τονιζόμενη συλλαβή των λέξεων, τη δασεία την κρατάει με το επιχείρημα: «Η δασεία δεν είναι πνεύμα, είναι γράμμα του αλφαβήτου. Είναι το h του λατινικού αλφαβήτου», «Όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες διατηρούν τη δασεία» (ονομαστικά αναφέρονται ποιοι τη χρησιμοποιούν: «Γάλλοι, Ιταλοί, Ισπανοί, Γερμανοί»)· η δασεία είναι ένα στοιχείο «που θυμίζει την ελληνικότητα» λέξεων όπως hybride, hypothèse, θυμίζει «την ιστορία τους». Οι πληροφορίες του κ. Τσάτσου δεν είναι εντελώς ακριβείς, γιατί, ενώ όντως οι λαοί που αναφέρει (και άλλοι) έχουν στο αλφάβητό-τους το h, ωστόσο: α) Οι Γάλλοι δεν το προφέρουν ποτέ, αφού το χρησιμοποιούν στη γραφή μόνο, για ν’ αποφεύγουν τη συνεκφώνηση από τη μια μεριά (τη liaison, όπως τη λένε) τελικού συμφώνου με επόμενο φωνήεν, δηλαδή το les héros το προφέρουν (περίπου) λε ερό, όχι λεζ ερό, και από την άλλη για ν’ αποφεύγουν την έκθλιψη, π.χ. δε γράφουν *l’hache, και φυσικά δεν προφέρουν λ’ασ΄, παρά γράφουν la hache και προφέρουν λα ας΄. Αυτά για το λεγόμενο «δασύ» h. Για το «ψιλό», αυτό είναι απλό στολίδι, αφού τη λέξη π.χ. l’homme την προφέρουν λ’ομ (πιο σωστά: λομ) κτλ. Λεξικά και γραμματικές διδάσκουν ρητά ότι οι Γάλλοι δε θεωρούν διόλου φώνημα το h, αφού είναι νεκρό φωνητικά, γι’ αυτό και λείπει από τον πίνακα των φωνημάτων-τους. β) Οι Ιταλοί δεν το διατηρούν καν στις λέξεις ελληνικής προέλευσης, αφού γράφουν ibrido και ipotesi τις λέξεις που ο κ. Τσάτσος τις θέλει με h, και φυσικά προφέρουν χωρίς ίχνος «δάσυνσης». γ) Ot Ισπανοί το κρατούν, ρητά όμως τα λεξικά-τους γράφουν ότι δεν προφέρεται (ίδια περίπτωση με τα γαλλικά ως προς το φώνημα). Μένει επομένως μόνο η γερμανική γλώσσα (από όσες αναφέρει ο κ. Τσάτσος), η οποία όντως και γράφει και προφέρει ως μισό φθόγγο το h. Αυτά όμως δε σημαίνουν διόλου πως όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες διατηρούν τη «δασεία».

Και να μην ήταν ωστόσο έτσι τα πράγματα, πάλι δε θα έπρεπε να κρεμόμαστε από τους ξένους, για να ρυθμίσουμε τα ορθογραφικά-μας ζητήματα. Μήπως θα έπρεπε να γράφουμε τη λέξη ερετικός έτσι, επειδή Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Ισπανοί και Πορτογάλοι τη γράφουν αντίστοιχα: heretic, herétique, eretico, heretico, hereje — με εξαίρεση και πάλι των Γερμανών, που τη γράφουν με … δασεία και άλφα γιώτα, häretisch; Άλλες τύχες γνώρισαν οι φθόγγοι και τα γράμματα στην ιστορία του κάθε ευρωπαϊκού λαού, άλλες στην Ελλάδα. Σ’ εμάς υπάρχει το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί. Αν υποθέσουμε ότι διατηρούμε τη δασεία και γράφουμε π.χ. τη λέξη αίμα με μια κουκκίδα πάνω στο –ι– για να δείξουμε το σημερινό τονισμό και παραδίπλα-της ένα σημάδι «εις μνήμην» της αρχαίας δασείας, στερούμε από τον εκπαιδευτικό τη δυνατότητα να πει π.χ. ότι η λέξη αφότου, κληρονομημένη αρχαία ελληνική, χρωστάει το –φ– σε αρχαίο φαινόμενο, σήμερα όμως όλοι-μας εκφωνούμε απ’ όπου κτλ., ώστε η δασεία που θα βάζαμε τυχόν πάνω στο ο, δίπλα στο τονικό σημάδι, θα μας ξανάφερνε πίσω στην «εφεύρεση» της ψιλής, που δε σήμαινε τίποτε άλλο παρά «μη δασεία». Για τους λόγους αυτούς και για άλλους παραπλήσιους κανένας από όλους όσοι πρότειναν το μονοτονικό σύστημα στα σοβαρά — και πρέπει ν’ αναφέρω εδώ πρώτον και καλύτερο το Γεώργιο Χατζιδάκι — δε συζήτησε καν την ανάγκη να διατηρηθεί η δασεία στη γραφή της νέας-μας γλώσσας, όταν καθιερωθεί το μονοτονικό σύστημα.

Επειδή όμως ο κ. Τσάτσος μιλάει ακόμα και για «ελληνικότητα» και για «ιστορία» της δασείας, θεωρώ σωστό να του θυμίσω, ως αριστοτελιστή, τον 21ο από τους Σοφιστικούς Έλεγχους του φιλοσόφου, πληροφορώντας απλώς τον αναγνώστη ότι στο έργο-του αυτό ο Αριστοτέλης βρίσκει τα τρωτά σημεία των «λόγων», των συλλογισμών δηλαδή που διατύπωναν οι σύγχρονοί-του σοφιστές, και αναιρεί τα σοφίσματά-τους:

Παρά δε την προσωδίαν λόγοι μεν ουκ εισίν, ούτε των γεγραμμένων ούτε των λεγομένων, πλην ει τινες ολίγοι γένοιντ’ αν, οίον ούτος ό λόγος, Άρα γ’ έστι το ου καταλύεις οικία; — Ναι. — Ουκούν το ου καταλύεις του καταλύεις απόφασις; — Ναι. — Έφησας δ’ είναι το ου καταλύεις οικίαν· ή οικία άρα απόφασις. Ως δη λυτέον, δήλον· ου γαρ τούτο σημαίνει οξύτερον, το δε βαρύτερον ρηθέν.

Μια πρόχειρη μετάφραση του δυσκολοαπόδοτου κειμένου θα ήταν: «Από την περιοχή της προσωδίας δεν υπάρχουν σοφίσματα, ούτε στη γραφή ούτε στην προφορά, εκτός κι αν δημιουργούνταν λίγα, όπως π.χ. το εξής: άραγε το ου καταλύεις [όπου μένεις] είναι σπίτι; — Φυσικά. — Λοιπόν το ου καταλύεις [δε μένεις] είναι άρνηση του καταλύεις; — Και βέβαια. — Μα εσύ το ου καταλύεις το είπες σπίτι· το σπίτι λοιπόν είναι … άρνηση. Είναι φανερό το πώς θα λύσουμε το πρόβλημα: άμα εκφωνήσεις το ένα [ου] με οξύτερη φωνή και το άλλο με χαμηλότερη, δε σημαίνουν το ίδιο πράγμα». Πέρα από την αναίρεση του σοφίσματος (και ακόμα: πέρα από τους χαρακτηρισμούς του τονισμού, «οξύτερον» – «βαρύτερον», για τα δύο ου, που δείχνουν απώλεια του περισπώμενου τόνου…), έμμεσα αλλά καθαρότατα ο Σταγιρίτης μας πληροφορεί ότι στην εποχή-του δεν προφερόταν καν η δασεία — αλλιώς, θα κλονιζόταν ο συλλογισμός-του. Η «ελληνικότητα» όμως και η «ιστορικότητα» της δασείας, όπως τις θέλει ο κ. Τσάτσος, δε σβήνουν μόνο από την εποχή του Αριστοτέλη κι εδώθε. Γλωσσολόγοι, κλασικοί φιλόλογοι, επιγραφολόγοι, ιστορικοί της γραφής κ. ά. διδάσκουν υπεύθυνα ότι το «δασύ πνεύμα» είχε σβήσει πολύ νωρίτερα από το λόγο των προγόνων-μας, ήταν απλώς ένα γραπτό σημάδι (ό,τι το h που αναφέραμε παραπάνω για Γάλλους και Ισπανούς) και τίποτε άλλο. Ο μεγάλος-μας Αντώνιος Γιάνναρης χαρακτηριστικότατα ονομάζει τη δασεία «φοινικική αναπόληση»…

2) Για τους ξένους και πάλι επιμένει ο κ. Τσάτσος ότι «κρατούν τους τόνους και το h, ειδικώς οι γάλλοι το accent aigu και το accent grave και το accent circonflexe κτλ.». Στην «Καθημερινή» είχα την ευκαιρία να γράψω (25.10.1980) ότι οι Γάλλοι σημειώνουν πραγματικά τους τρεις αυτούς τόνους σε διάφορες λέξεις-τους, αυτό όμως το κάνουν για να δείξουν ποια από τα φωνήεντα που τους δέχονται είναι κλειστά και ποια ανοιχτά στην προφορά, ποια μακρόχρονα και ποια βραχύχρονα, γενικός όμως κανόνας του τονισμού των λέξεών-τους είναι ότι όλες τονίζονται μόνο στη λήγουσα. Αν προσέξουμε λοιπόν ότι οι Γάλλοι γράφουν π.χ. τη λέξη idéal έτσι, βάζουν δηλαδή τόνο στο e, τονίζουν όμως με δυνατότερη φωνή το a (ιdεάλ)· κι αν ξαναπροσέξουμε ότι γράφουν théâtral, βάζουν δηλαδή «οξεία» στην προπαραλήγουσα και «περισπωμένη» στην παραλήγουσα, τονίζουν όμως δυνατότερα μόνο τη λήγουσα (τεατράλ), θα διαπιστώσουμε ότι κάθε συσχετισμός των ελληνικών τόνων με τους γαλλικούς δεν έχει καμιάν απολύτως επιστημονική δικαίωση, αν δεν καταντάει αφέλεια.

3) Τέλος, μια ακόμα γλωσσική πληροφορία του κ. Τσάτσου: « …όσοι προφέρουν καλά τα ελληνικά αλλοιώτικα αρθρώνουν το ω και αλλοιώτικα το ο». 0 ισχυρισμός είναι ανακριβέστατος — το λέω με πολλή-μου λύπη, αλλά και χωρίς περιστροφές. Ο αναγνώστης μπορεί, χωρίς να τρέχει σε σοφά βιβλία, να θυμηθεί αν τον διόρθωσε ποτέ κανείς είτε στο σπίτι-του όταν πρωτομάθαινε τη γλώσσα-του είτε αργότερα στο σχολείο και έξω στη ζωή επειδή τάχα πρόφερνε «λάθος» το ω ως ο, ή και αντίστροφα. Και θα είχε ακόμα ο αναγνώστης να κάμει ένα μικρό πείραμα με τον πρώτο λογικό άνθρωπο που θα συναντούσε, ρωτώντας-τον τί πάει να πει η λέξη ómos. Από την ώρα που ο λογικός άνθρωπος θα τον αντιρωτούσε «τί εννοείς, τον ώμο ή το σύνδεσμο όμως;», δε θα χρειαζόταν άλλη απόδειξη για το αστήριχτο του ισχυρισμού που είδαμε. Αν πάλι θυμηθούμε το πώς πετυχαίνουν την ομοιοκαταληξία-τους με τις λέξεις της γλώσσας-μας και οι (παλιότεροι) ποιητές και οι λαϊκοί τραγουδιστές και ο ανώνυμος λαός,

… χρόνο με το χρόνο
… όσο εγώ παλιώνω. –

Αν μ’ αγαπάς, φίλα σταυρό·
εγώ θα ψάξω και θα βρω
αν λες αλήθεια. –

Δεν είναι κρίμα κι αμαρτία σ’ εμένα τον καημένο
νά ’χω όμορφες γειτόνισσες και μοναχός να μένω; κτλ.,

εμείς βέβαια θα πειστούμε πως είναι εντελώς αυθαίρετο να επιμένει κανείς ότι τάχα αλλιώς αρθρώνει ο μέσος Νεοέλληνας το ω και αλλιώς το ο, οι αντιρρήσεις όμως και σ’ αυτά τα αυταπόδειχτα γεγονότα θα στηρίζονταν στην περίφημη «ποιητική άδεια», στο ότι οι τραγουδιστές δεν μπορούν να μας διδάξουν τη φωνητική της γλώσσας-μας, κι ακόμα ότι ο αγράμματος λαός δεν είναι γνώμονας για την καλή προφορά της γλώσσας κτλ. Χρειάζεται λοιπόν να καταφύγουμε πλέον στην επιστήμη. Δε θα στηριχτούμε μάλιστα στους δημοτικιστές Τριανταφυλλίδη και Ανδριώτη, οι οποίοι ωστόσο «διάβασαν ακουστικά» και «άκουσαν οπτικά» το νεοελληνικό λόγο στα φωνητικά εργαστήρια του Βερολίνου και διαπίστωσαν σαφέστατα ότι τα πέντε φωνήεντα της γλώσσας-μας (α, ο, ου, ε, ι) είναι όλα ισόχρονα και ότι είναι είτε τονισμένα είτε άτονα. Θα χρειαστεί, μια για πάντα, να θυμηθούμε τί γράφει ο Γεώργιος Χατζιδάκις σχετικά με το θέμα:

Είναι πασίγνωστον γεγονός, ότι η φωνητική της Ελληνικής γλώσσης κατά την δ’ και ε’ μ. Χ. εκατονταετηρίδα τοσούτον είχεν αλλοιωθή και απομακρυνθή από της αρχαίας (…), ώστε (…) ανάγκη να υποτεθή σφόδρα ομοία τη ημετέρα σήμερον (…), εν δε τη νέα γλώσση ούτε μακρά ούτε βραχέα, αλλά πάντα ισόχρονα. (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1 (1905), σ.202).

…θαρρούντως διισχυριζόμεθα, ότι αφού κατά τον δεύτερον μ. Χ. αιώνα και εν αυτή τη Αττική (…) τα μακρά και βραχέα φωνήεντα εξισώθησαν εν τη προφορά, ουδέν σημαίνει ως προς την ιστορίαν των τύπων και της γλώσσης η ορθογραφία τύπου τινός διά του ω ή του ο, διά περισπωμένης ή οξείας κλπ. Είναι άρα καθ’ ολοκληρίαν ματαιοπονία εάν τις διά στατιστικής πειράται ν’ απόδειξη, τις ήτο η ορθογραφία τούτου ή εκείνου του τύπου κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους προκειμένου περί φθόγγων ου διαστελλομένων εν τη προφορά; (σ. 205).

…ουδέν γράμμα συνδέεται μεθ’ ωρισμένου φθόγγου διά πραγματικής τίνος σχέσεως… (στο ίδιο, σ. 204).

Αν σταθούμε τώρα λίγο στο τελευταίο από τα αποσπάσματα του Χατζιδάκι, θα δούμε ότι όσα γράφονται ισχύουν για κάθε γλώσσα: καμιά πραγματική σχέση δε συνδέει τα γράμματα με τους φθόγγους-της, τη γραφή (ή την ορθογραφία) με την προφορά. Αυτό όμως οδηγεί σε ακόμα πιο σπουδαίο, σε παμπάλαιο δίδαγμα, και ο πλατωνιστής πια κ. Τσάτσος θα θυμήθηκε τί αφηγείται σχετικά ο Σωκράτης στο «Φαιδρό» (274c – 275b): πήγε, «λέει,, ο «δαιμόνιος» εφευρέτης των γραμμάτων στο βασιλιά της χώρας και, δείχνοντάς-του το εύρημά-του, του είπε: «Τούτο δε, ώ βασιλεύ, το μάθημα σοφωτέρους Αιγυπτίους και μνημονικωτέρους παρέξει· μνήμης τε γαρ και σοφίας φάρμακον ευρέθη». Κι ο βασιλιάς του λέει ανάμεσα σε άλλα βαθυστόχαστα πως τα γράμματα, αυτοί οι «αλλότριοι τύποι», οι έξω από την ψυχή των ανθρώπων, θα ζημιώσουν την άσκηση της μνήμης, αφού οι άνθρωποι θα ταυτίζουν τις έννοιες με τις γραπτές λέξεις, και του πρόσθεσε επιγραμματικά: «Ούκουν μνήμης, άλλ’ υπομνήσεως φάρμακον εύρες». Το πρόβλημα βέβαια τοποθετείται εδώ σε φιλοσοφική βάση, η διαπεραστική όμως σκέψη του μεγάλου φιλοσόφου δικαιώνεται απόλυτα από γλωσσολογική πλευρά, αφού ξεκαθαρίζει τί είναι γραφή, τί γλώσσα. Αποκορύφωμα της δικαίωσης έχουμε παρακάτω (276a), όταν ο Φαιδρός ρωτάει το Σωκράτη: «Τον του ειδότος λόγον λέγεις, ζώντα και έμψυχον, ού ό γεγραμμένος είδωλον αν τι λέγοιτο δικαίως; Και αυτός: «Παντάπασι μέν ούν»…

Οι απόψεις του κ. Γρ. Κασιμάτη
Ο κ. Γρηγόριος Κασιμάτης, κατά το βιογραφικό της «Ευθύνης» «καθηγητής του πανεπιστημίου, ακαδημαϊκός, υπουργός πολλές φορές, αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, εκπρόσωπος της χώρας μας στην Ουνέσκο», γράφει πρώτα στο δισέλιδο κείμενό-του ότι αναρωτήθηκε πολλές φορές «γιατί από πολλά χρόνια να γίνεται τόση φασαρία (sic) για το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα» και πως το συμπέρασμά-του ήταν «όχι μόνο πως γλωσσικό ζήτημα δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ στον τόπο μας, μα και πως όσοι το ανακίνησαν ξεκίνησαν από άλλες αφετηρίες και άλλα ενδιαφέροντα»· ότι οι δημοτικιστές «έγιναν ολοκληρωτικοί. Και ζήτησαν να επιβάλουν την δημοτική, όχι με την φυσική εξέλιξη [πώς επιβάλλει κανένας κάτι με τη φυσική εξέλιξη, μένει να εξεταστεί] που ήταν ο μόνος τρόπος για την ανάπτυξη της γλώσσας μας, μα με την επιταγή της πολιτείας»· ότι ο ίδιος ως υπουργός άλλοτε παιδείας είχε προτείνει ένα μάθημα για την «ενότητα της ελληνικής γλώσσας», αυτά όμως που πρότεινε δεν έγιναν δυστυχώς δεκτά· και τέλος, ότι κάποτε θα καταλάβουμε ότι η γλώσσα που εξελίσσεται συνεχώς είναι μία, «δηλαδή ενιαία, εξελισσόμενη και φυσική, και όχι κάποια που θέλουμε να επιβάλουμε με αποκλειστικότητα και στην ζωή και στην πνευματική μας δράση, φτιαχτή και νομοθετημένη».

Αυτές όμως οι αντιλήψεις δε μας ενδιαφέρουν εμάς εδώ· ενδιαφέρουν εκείνους που και τη μεταρρύθμιση του 1976 καθιέρωσαν και τον εκπρόσωπό-μας στην Ουνέσκο διάλεξαν. Εμείς θα ασχοληθούμε   εδώ   με  τη   διδασκαλία  του  κ.   Κασιμάτη  για γλωσσικά και ορθογραφικά θέματα: «Στη Γαλλία, ο φίλος μου Pierre Emmanuel εζήτησε παλιότερα να απλουστεύσει την γραφή της γλώσσας και να καταργήσει τους τόνους και την ιστορική της ορθογραφία. Και σηκώθηκαν και οι πέτρες. Η γλώσσα έμεινε όπως ήταν. Με την εξέλιξη της. Γιατί καμμιά γλώσσα δεν μένει αναλλοίωτη. Αλλά και καμμιά δεν μεταβάλλεται με επανάσταση». Φυσικά, δε θα μας έπεφτε λόγος για το τί γίνεται και τί ανακινείται σε μιά ξένη χώρα· επειδή όμως τα θέματα της ορθογραφίας και της γλώσσας και των σχέσεων μεταξύ-τους είναι, όπως το είδαμε, κοινά για όλους τους λαούς, τους ενδιαφέρουν και τους καίνε για την αγωγή των παιδιών-τους, νομίζω πως μπορεί κι ένας τρίτος να λάβει θέση, ακαδημαϊκά (με τη γνωστή έννοια: συζητώντας το θέμα απλώς), και στο πρόβλημα της γαλλικής ορθογραφίας. Αναμφισβήτητα λοιπόν και ο κ. Emmanuel και όλοι οι Γάλλοι μεταρρυθμιστές, προγενέστεροί-του και μεταγενέστεροι, ένα πράγμα ήθελαν και μόνο: να απλουστεύσουν τη γαλλική ορθογραφία, να αποδιώξουν από τις γραμματικές της γλώσσας-τους ανούσιους και πνευματοκτόνους ορθογραφικούς κανόνες, ανυπόστατες εξαιρέσεις και παραεξαιρέσεις· και πάντως ένα πράγμα δεν επιδίωκαν: να βλάψουν τη γαλλική γλώσσα. Ήξεραν και ξέρουν πολύ καλά ότι, αν έγραφαν π.χ. με f- λέξεις ελληνικής προέλευσης που τώρα γράφονται με αρχικό ph-, όπως farmacie αντί pharmacie, η γλώσσα δε θα πάθαινε τίποτε απολύτως (απόδειξη; το άλλοτε phantasme γράφεται σήμερα μόνο fantasme — και καμιά πέτρα δε σηκώνεται, ενώ μία τουλάχιστον έπρεπε…). Ακόμα και οι γαλλικές λέξεις, όπως π.χ. homme, comme κτλ., που οι Γάλλοι μεταρρυθμιστές τις ήθελαν και τις θέλουν με απλό και όχι διπλό σύμφωνο, δεν αλλάζουν έννοια με αυτή-τους την αλλαγή, δίνουν και πάλι το ίδιο μήνυμα στον αναγνώστη — αφού στον ακροατή έτσι κι αλλιώς δε φτάνει ποτέ το «διπλό» σύμφωνο —, άρα η γλώσσα δεν πειράζεται σε τίποτε. Τα στοιχειώδη αυτά πραγματάκια για γλώσσα και ορθογραφία και για τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει το ένα από το άλλο έπρεπε να τα ξέρει ο εκπρόσωπός-μας στην Ουνέσκο, που δεν είναι άλλη παρά η «Εκπαιδευτική, Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών». Και οπωσδήποτε, αν δεν τα ξέρει, δεν επιτρέπεται να γράφει και να υπογράφει ανυπόστατες θεωρίες, που κάνουν τον κάθε συμπατριώτη-του να μην αισθάνεται και τόσο περήφανος για τον εκπρόσωπο της πατρίδας-του στην UNESCO.

Η δικαιοσύνη το απαιτεί, η ώρα το φέρνει, μια μάλιστα λέξη που χρησιμοποίησα παραπάνω, το «στοιχειώδη», το ξαναφέρνει να μετριάσω κάπως την αυστηρή κρίση και, παραπέμποντας τον κ. Κασιμάτη στον κ. Emmanuel για ένα σεμιναριάκι γύρω από θέματα γλώσσας και ορθογραφίας, να του πω να πάρει μαζί-του και κάποια τεύχη της περίφημης παλιάς Revue Bleue, να τα διαβάσουν μαζί και να μάθουν (να μάθει ο κ. Κασιμάτης) ότι και στη Γαλλία βέβαια, «εις Παρισίους», συνέβαιναν (ίσως και να συμβαίνουν ακόμα) τα ίδια ακριβώς πράγματα, οι ίδιες συγχύσεις εννοιών σε υψηλό πάλι επίπεδο: Στο τεύχος της 18.2.1905 του περιοδικού ο Michel Bréal, μέλος του Ινστιτούτου της Γαλλίας (Ακαδημαϊκός, όπως θα λέγαμε εμείς), γλωσσολόγος, είχε κηρυχτεί αντίθετος στην ορθογραφική μεταρρύθμιση που ζητούσαν κορυφαίοι Γάλλοι της εποχής-του. Και θυμάμαι (από τα διαβάσματά-μου βέβαια) ότι τρεις εβδομάδες αργότερα, στο τεύχος της 11ης Μαρτίου του 1905 του ίδιου περιοδικού, του απαντούσε ο Louis Havet, μέλος και αυτός του Ινστιτούτου της Γαλλίας, γλωσσολόγος επίσης και παλιός μαθητής του Bréal: «Ο δάσκαλός-μου ο κ. Bréal έγραψε κατά της μεταρρύθμισης … Λέει πως δεν πρέπει να πειράξουμε την ορθογραφία, γιατί ύστερα θα έρθει η σειρά της γραμματικής. Τί έχει να κάμει η γραμματική εδώ; Αν χρειαζόταν να τη μνημονέψει κανείς, αυτό θα γινόταν για να πει ότι η γραμματική και η ορθογραφία μιας γλώσσας είναι πράγματα ξεχωριστά, ότι, όταν επαναστατεί η μία, η άλλη είναι ανίκανη να τη βοηθήσει, ότι η γραμματική είναι το ενστικτώδες έργο του πλήθους και ότι η ορθογραφία είναι μια μετρημένη σύμβαση κάποιων αυθεντιών περισσότερο ή λιγότερο αρμόδιων. Κανένας άλλος περισσότερο από τον αγαπητό-μου δάσκαλο δε θα είχε το κύρος να διατυπώσει αυτές τις αλήθειες, τις στοιχειώδεις».

Έτσι, στοιχειώδεις (élémentaires)… Βαρύ, βέβαια, και ο αναγνώστης θα θέλει να μάθει «τί απόγινε». Τίποτα. Οι Γάλλοι εξακολουθούν να ταλαιπωρούνται και κυρίως: να μην ξεχωρίζουν, πολλοί-τους, γλώσσα και ορθογραφία… Θα πείτε πως «είναι βαθιές οι ρίζες». Αστεία πράγματα. Απλώς επαληθεύεται ο πικρός αφορισμός που αποτύπωσε (σε χαρτί κι αυτός…) εκείνος εκεί ο εξελληνισμένος Ασσύριος σαρκαστής, ο Λουκιανός: «Δεινόν γε ή άγνοια και πολλών κακών ανθρώποις αίτια». Μόνο που του διέφυγε η όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, ότι από την άγνοια «τινών» τα σπασμένα, τα «πολλά κακά», τα πληρώνουν ολόκληροι λαοί.

Οι απόψεις του κ. Κ. Ε. Τσιρόπουλου
Τρίτος και τελευταίος θα κριθεί ο «υπεύθυνος» της «Ευθύνης», ο κ. Κ. Ε. Τσιρόπουλος. Η ίδια σύγχυση γλώσσας και γραφής κυριαρχεί και στο δικό-του γραπτό. Με το βαρύγδουπο τίτλο «Φαντασία των λέξεων — Στερεότητα του Έθνους» γράφει στο άρθρο-του κοινότοπα ή «πρωτότυπα» πράγματα για την υφή και την ουσία των λέξεων, και μόνο ένα πράγμα δεν μπορεί και αυτός να πιάσει: ότι, όταν μιλούμε για λέξεις, δεν εννοούμε, δεν πρέπει να εννοούμε με κανέναν τρόπο τη γραπτή-τους αποτύπωση, ή πάντως όχι μόνη ούτε πρώτη αυτή. Όλα τα ηχηρά: «άνθιση» των λέξεων, ιστορικότητά-τους, «αναπήδημά-τους» «από το ψυχόρμητο κάθε λαού» κτλ. κτλ., όλα είναι ωραιολογίες χωρίς κανένα αντίκρισμα από τη στιγμή που δε σκεφτόμαστε ότι η λέξη είναι πρωταρχικά ο ήχος, κληρονομικά ο ήχος, τροποποιητικά αν θέλετε ο ήχος, και εντελώς εντελώς τυχαίο αυτή ή εκείνη η γραφή-της. Αν μάλιστα πάμε πιο πέρα ακόμα, τα πράγματα είναι καθαρότερα. Πρώτες είναι οι έννοιες — για να θυμηθούμε και τον Πλάτωνα: οι ιδέες. Ως συλλήψεις του μυαλού αυτές μένουν αναλλοίωτες, αιώνιες. Ακολουθεί το λεκτικό ντύσιμό-τους, οι επί μέρους λέξεις, οι οποίες όμως μέσα στους αιώνες αλλάζουν για χίλιους λόγους. Και τελευταία τελευταία έρχεται αυτή ή εκείνη η γραπτή αποτύπωσή-τους, μια σύμβαση κοινωνική που δεν πειράζει διόλου ούτε τις λέξεις, τη γλώσσα, ούτε φυσικά τις έννοιες, τις ιδέες. Σβέννυμι έλεγαν οι αρχαίοι-μας πρόγονοι και μέσα στο μυαλό-τους είχαν μια συγκεκριμένη έννοια. Ήρθαν χρόνοι και καιροί, και η έννοια εκφράζεται σήμερα με άλλον τύπο, ο οποίος δεν πειράζει διόλου την έννοια. Μερικοί, επηρεασμένοι από το –υ– του προσφύματος –νυ-, γράφουν το νέο τύπο: σβύνω (έτσι π.χ. ο κ. Τσάτσος). Ήρθε ο Χατζιδάκις, βρήκε ότι ο αρχαίος αόριστος έσβην είχε τρίτο πληθυντικό έσβησαν, ερμήνεψε το φαινόμενο από αναλογία και δίδαξε ότι η ορθή γραφή είναι: σβήνω. Επίσης και ο Τζάρτζανος διδάσκει τα σωστά. Μένουμε όμως τώρα στη διττογραφία (-υ– και –η-) και πρέπει να ρωτήσουμε: Πειράζεται και η λέξη και η έννοια με αυτή ή την άλλη γραφή; Για να θυμηθούμε και λίγο τον Καστοριανό τον ποιητή το Χριστόπουλο, μήπως γίνεται ‘ανάβω’; Είναι αστείο και να το ρωτούμε.

Αυτά και τα παρόμοια υποστηρίζουν σ’ όλους τους λαούς όσοι βλέπουν στις απλοποιητικές μεταρρυθμίσεις το αλάφρωμα και μόνο μαθητών και κοινωνίας από ανυπόστατους ετυμολογισμούς κι επιστημονικές ανακρίβειες. Οι αντίπαλοί-τους με «εθνο–λογίες», με κινδυνολογίες δηλαδή για «καταστροφή του έθνους» (που το θέλουν κιόλας με κεφαλαίο το αρχικό έ-), αδυνατούν να καταλάβουν ότι αυτά δεν πιάνουν στην επιστημονική συζήτηση. Όταν έχεις τον κεραυνό (να με συγχωρείτε, τον αφορισμό ήθελα να πω) του Χατζιδάκι: «Ουδέν γράμμα συνδέεται μεθ’ ωρισμένου φθόγγου διά πραγματικής τίνος σχέσεως», πώς θα δεχτείς ότι τα σύνολα των γραμμάτων, οι γραπτές λέξεις, σχετίζονται με την ουσία και την υφή των λέξεων; Είναι άρα καθ’ ολοκληρίαν ματαιοπονία…

θα υποψιαζόταν τώρα κανείς ότι ο κ. Τσιρόπουλος, αφού διάβασε με προσοχή και επιμέλεια τα κείμενα που του έστειλαν οι συγγραφείς του τεύχους, διάλεξε όσες από τις θέσεις-τους έβρισκε άξιες να τις επαναλάβει και αυτός ώστε να μπλέξει καλύτερα στις αντινομίες, ξαναμπέρδεψε, με το δικό-του πια ύφος, γλώσσα και γραφή, γι’ αυτό και εκεί που κατακεραυνώνει «κάποιες αστείες παύλες» (το ενωτικό στα εγκλιτικά: γλώσσα-μας κτλ.), εκεί ειρωνεύεται όσους θέλουν να «καταπνίξουν» λόγιους τύπους ασυμμόρφωτους στη δομή της δημοτικής, π.χ. η ισχύς, της ισχύος, ο ειλικρινής, του ειλικρινούς κτλ. Στο τελευταίο θα ξαναγυρίσουμε. Θα ήμασταν όμως άδικοι, αν δεχόμασταν ότι ο κ. Τσιρόπουλος ακολουθεί άλλων πρότυπα στον πόλεμο εναντίον του μονοτονικού συστήματος. Όχι, ο κ. Τσ. αυτοπροαίρετα και ενσυνείδητα έχει κηρύξει από το περιοδικό-του αυτόν τον πόλεμο. Ένας υποταχτικός-του αρθριδιογράφος, ο κ. «α.ι.ν.», όπως υπογράφεται, (πρέπει να είναι ο κ. Αλέξ. I. Νοταράς), στο τεύχος 89 (Μάιος του 1979) όχι μόνο μιλάει για «εξάρθρωση της γλώσσας μας με ανυπολόγιστες εθνικές συνέπειες» στην περίπτωση που θα εφαρμοζόταν το μονοτονικό, παρά και επιγράφει τον «Προσανατολισμό»-του, το αρθρίδιό-του, έτσι; ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΟΥΜΕ. Και προειδοποιεί «τους άκριτους και απαίδευτους…», ας πούμε τον I. Θ. Κακριδή, τον Ε. Κριαρά, το Χρ. Χρηστίδη και όλους τους υποστηριχτές του μονοτονικού, ότι δε θα τους περάσει… Δεν μπορούσε λοιπόν παρά να ξεσπάσει στην ώρα επάνω, αφού για «Γλώσσα και Έθνος» μιλάμε, και ο ίδιος ο «υπεύθυνος» της «Ευθύνης»: «Αν είναι να μας βασανίσει και το ψεύδος του μονοτονισμού ή ατονισμού, δεν μένει παρά να συσπειρωθούμε, όσοι ζωντανοί, και άγρυπνοι ν’ αντέξουμε την καταδρομή -που κι αυτή είναι φανέρωμα της κρίσης του πολιτισμού- και να φυλάξουμε την Γλώσσα, την ακεραιότητα της στη λαλιά και στη γραφή, την πολύτιμη μνήμη της που μας συνάπτει οργανικά με την Ιστορία του Έθνους που η γλώσσα αυτή είναι το έθιμο του, η ψυχή του».

Μένει να εξηγήσω γιατί μπέρδεψε και ο κ. Τσιρόπουλος γλώσσα και γραφή. Μα είναι φανερό. Όταν μιλάει ταυτόχρονα για το ενωτικό, ένα αντιλεγόμενο σημείο (και σημάδι) του μονοτονικού συστήματος της γραφής της γλώσσας-μας, και για το ερώτημα αν θα υιοθετηθούν οι τύποι ισχύς και αυθάδης (το ειλικρινής μπήκε ήδη στη σχολική γραμματική) από τη δημοτική, ανακατεύει δύο ανόμοια πράγματα. Πού συναντιούνται τα δύο προβλήματα; Πουθενά. Σήμερα κυριαρχεί το πολυτονικό σύστημα, το πρόβλημα όμως των ονομάτων που είδαμε εξακολουθεί να υπάρχει ακέραιο, όχι επειδή αυτά είναι «τριτόκλιτα», παρά γιατί είναι δυσκολόκλιτα, δυσαφομοίωτα από το λαϊκό γλωσσικό αίσθημα — και το ενωτικό ούτε ανακατεύεται στην υπόθεση. Από την άλλη μεριά, αν τα παιδιά-μας ή τα εγγόνια-μας απλοποιήσουν κάποτε τη γραφή, οι λογικοί άνθρωποι των εποχών, αυτοί που θα ερευνούν ευσυνείδητα τα γλωσσικά προβλήματα, θα ρωτούν και πάλι αν στο μεταξύ έχουν οικονομηθεί στη γλώσσα, στη μορφολογία της δημοτικής, τύποι όπως ι ισχίς, ο αφθάδις, αν το ουδέτερο  του  επιθέτου  βολεύεται  περισσότερο  ως  αφθάδες ή άφθαδες — και το ενωτικό μπορεί να έχει καθιερωθεί από χρόνια στη γραφή-μας. Αν ούτε και τώρα τα καταλαβαίνει αυτά ο κ. Τσιρόπουλος, τί να πω; κακό του κεφαλιού-του.

Εννοείται βέβαια ότι για λέξεις που οικονομούνται στη μορφολογία της δημοτικής τα πράγματα και απλά είναι και κατευθείαν στην πλατωνική θεωρία οδηγούν. Έτσι π.χ. για τη λέξη ευθύνη δε χρειάζεται παρά να έχεις πιάσει σωστά την έννοιά-της, το βάρος-της, να έχεις καταλάβει δηλαδή ότι είναι το χρέος-σου το ηθικό απέναντι στους συγχρόνους-σου, να τους λες την αλήθεια, όλη την αλήθεια, μόνη την αλήθεια. Από κει και πέρα, και σήμερα που τη γράφεις έτσι, με την «ιστορική ορθογραφία», και αύριο που άλλες γενεές, απαλλαγμένες από προκαταλήψεις, θα τη γράψουν όπως προφέρεται, εφθίνι, το ίδιο πράγμα θα είναι, θα επαληθεύεις διαρκώς τον Πλάτωνα: ο λόγος είναι ο ζωντανός και ο έμψυχος· η γραφή-του, το είδωλό-του. Ας συχωρέσει η μνήμη του μεγάλου φιλοσόφου μια προσθήκη, γιατί η εποχή-του δεν μπορούσε να τα προβλέψει όλα: είδωλο από παραμορφωτικό καθρέφτη

Λίγες λέξεις ακόμα, πριν κλείσουμε με τον κ. Τσιρόπουλο. Όπως συνάγεται από το σοβαρότατο άρθρο του καθηγητή κ. Γ. Δασκαλάκη, το περιοδικό έθεσε στους συνεργάτες του τεύχους συγκεκριμένα ερωτήματα. Γράφει στην αρχή του άρθρου-του ο κ. Δασκαλάκης: «Στα ερωτήματα της Ευθύνης: Πώς βλέπετε το φαινόμενο της γλώσσας; Τί φρονείτε για τη γλώσσα της Πολιτικής; Αφορά η γλώσσα στο Έθνος; Πώς; Γιατί; η απάντηση που θα επιχειρήσω να δώσω…». Αν λοιπόν τα ερωτήματα απευθύνθηκαν και στους αρθρογράφους που είδαμε και αν θυμηθεί κανείς το τί έγραψαν και το τί όφειλαν να γράψουν, περίοδος βαθμολογίας που είναι, και τί δε θα σημείωνε ως «εκτός θέματος» — τί λέω; «εκτός θεμάτων»…

Επιστροφή στον κ. Κ. Τσάτσο
Θα επιστρέψω στον κ. Τσάτσο. Και πριν κλείσω με κριτική στη δική-του κατακλείδα, θα ήθελα να δώσω στον αναγνώστη και μιαν άλλη άποψη του συγγραφέα για τη δασεία: «Τώρα που μπήκαμε στην οικογένεια των ευρωπαϊκών λαών, τώρα βρήκαμε και εμείς την ώρα να αρνηθούμε ένα στοιχείο ελληνικό, όταν όλοι [επιμένει: όλοι] οι άλλοι λαοί το διατηρούνε; Γιατί αυτή η ανθελληνική, αντιευρωπαϊκή προοδευτικότητα;». Είναι βέβαια λυπηρό να δίνει ο κ. Τσάτσος έναν τέτοιο χαρακτηρισμό σε ανθρώπους που πονούν πραγματικά την παιδεία του τόπου-τους, σε ανθρώπους που, αν όχι τίποτε άλλο, τους γνωρίζει και προσωπικά και ξέρει πως εργάζονται νύχτα μέρα για το καλό όλων-μας κι ακόμα ότι δεν είναι Ανθέλληνες — τί κουβέντα ήταν αυτή; Είναι όμως διπλά λυπηρό να τα λέει αυτά ακαδημαϊκός, που όφειλε να ξέρει ότι η κίνηση για το μονοτονικό δεν άρχισε ακριβώς τώρα που μπήκαμε στην ΕΟΚ (αφήνω πως όλοι οι Ευρωπαίοι που μαθαίνουν από χρόνια τη νεοελληνική μας εκλιπαρούν: «Διώξτε από τη γραφή-σας τα καταραμένα αυτά σημάδια, να μάθουμε καλύτερα τα ελληνικά»). Ξέρει ο κ. Τσάτσος ότι πλησιάζει αιώνας από την εποχή του Ν. Φαρδύ (1884), ο οποίος ζητούσε με όλη την καθαρεύουσά-του να λείψουν οι τόνοι και τα πνεύματα — για να μη μιλήσω ούτε για τους πολύ παλιότερους Βηλαρά και Χριστόπουλο, ούτε για το Χατζιδάκι τον ίδιο, ούτε για τόσους και τόσους άλλους…

Στην κατακλείδα-του ο κ. Τσάτσος δίνει έναν τόνο πραγματικά δραματικό και συγκινητικό. Αφού αναρωτήθηκε αν πρέπει να θυσιάσουμε περισπωμένη, μακρά, βραχέα κτλ. στην ευκολία της ορθογραφίας, αν πρέπει «να κάνωμε τη γλώσσα μας από στερεομετρία επιπεδομετρία», αυτοχαρακτηρίζεται πικραμένα «πολύ αργόστροφος», πιστεύει ωστόσο ότι ίσως να δίνει «απλώς μια μάχη οπισθοφυλακών» και καταλήγει:

«Προβλέπω τα ειρωνικά σχόλια που αυτές οι σκόρπιες σκέψεις μου θα προκαλέσουν σε κορυφαίους επιστήμονες, που από κάθε άποψη βαθύτατα τιμώ. Αυτοί είναι επιστήμονες και ξέρουν. Οι λόγοι μου είναι ανίσχυροι μπρος στους δικούς των. Αυτοί μιλούν με τον άρτιο θεωρητικόν οπλισμό τους. Εγώ είμαι ένας απλός αντάρτης καλαμαράς. Αλλά δεν μ’ αφήνει να υποταγώ στα σοφά δόγματα τους ένα ανελέητο, βαθύτατα ριζωμένο γλωσσικό ένστικτο, ένα αισθητήριο αισθητικό, και ιστορικό, ίσως ενός απλοϊκού νυκτοφύλακα, που κάποιοι ανώνυμοι πρόγονοι τον βαλαν να φυλάη μερικά κειμήλια της ιστορικής των συνείδησης. Ας μου συγχωρέσουν οι σοφοί την ξεροκεφαλιά μου και την ξεπερασμένη γλωσσική μου ιδιοσυγκρασία».

Ομολογώ ξανά και με κάθε ειλικρίνεια ότι η αποστροφή αυτή είναι δραματική, η συγκίνηση όμως που μου προκαλεί δε με αποτρέπει από το να διαπιστώσω ότι ο κ. Τσάτσος άθελά-του κάνει το τελευταίο-του λάθος, όχι γλωσσικό αυτή τη φορά, λάθος στην εκτίμηση: οι κορυφαίοι επιστήμονες δε θα σχολιάσουν διόλου τα γραφόμενά-του για τον απλούστατο λόγο ότι δε θα τα διαβάσουν — δεν πιάνουν στα χέρια-τους το περιοδικό. Και να τα διάβαζαν όμως, θα γύριζαν το φύλλο, «να δούμε τί γράφει και κανένας άλλος». Τόσο μόνο — έτσι πιστεύω, και η σιγή τόσων μηνών τώρα το επιβεβαιώνει. Το παράδειγμα του Γάλλου ακαδημαϊκού, ο οποίος με όλη τη γαλατική ευγένεια αναίρεσε τους αστήριχτους ισχυρισμούς του δασκάλου-του και είπε θαρραλέα τη γνώμη-του, δεν το ακολουθούν οι δικοί-μας κορυφαίοι- νεο-ελληνιστί η ευγένεια μεταφράζεται σε σιγή. Εύκολα ωστόσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί το τί θα διαλογίζονταν οι κορυφαίοι:

Είναι βέβαια μεγάλη υπόθεση να αυτοεπιστρατεύεσαι (νυχτο)φύλακας, να φυλάγεις κειμήλια· αυτά όμως να είναι π.χ. «Θερμοπύλες», όπως το ζήτησε και ο ποιητής, και όχι τώρα δασείες και περισπωμένες, την ώρα μάλιστα που έχουμε, αρθρογράφοι, κορυφαίοι ειδικοί και όλος ο καλός ο κόσμος, απαλείψει από τη γραφή, μαζί με άλλα, και ολόκληρο γράμμα του αλφαβήτου, το γιώτα, που πρώτα ήταν «προσγεγραμμένον», ύστερα έγινε «υπογεγραμμένον», και τώρα κατάντησε «διαγεγραμμένον», αν όχι «προγεγραμμένον». Βέβαια, η στάση του αντάρτη καλαμαρά — συνεχίζουν οι κορυφαίοι — όχι μόνο είναι σεβαστή, παρά γίνεται συχνά και ηρωική και φέρνει αγαθά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Μη δεν ήταν κάτι τέτοιο ο Ρήγας, αντάρτης μαζί και καλαμαράς; Τί σημαία όμως σήκωσε; Θα πείτε, ο καθένας στην έπαλξή-του και από τη θέση-του. Σύμφωνοι. Πώς όμως να συγκινήσουν τις μάζες τα αντιεπιστημονικότατα (δείτε Χατζιδάκι) μακρά και βραχέα στη σύγχρονη γλώσσα-μας, περισπωμένες και δασείες (ξαναδείτε Χατζιδάκι), όταν αυτά είναι όχι καν το παίδεμα των παιδιών-μας παρά το σταύρωμά-τους; Όποιος δε δίδαξε, προπάντων σε μικρά παιδιά, τους τόνους και τα πνεύματα μόνο αυτός δεν μπορεί να καταλάβει πόσο εξοργιστικά αντιφατικοί κανόνες βγαίνουν, με οποιοδήποτε «σύστημα» πολυτονικό, αφού η ποικιλία των τόνων και «τα δύο πνεύματα» δεν έχουν — πώς να το πούμε αλλιώς; — καμιά δικαίωση στο σύγχρονο γραπτό λόγο. Δεν είναι δύσκολοι οι κανόνες· είναι ανύπαρκτοι, και δεν τους σώζει, η επίκληση του έθνους, αυτό που ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης τόσο χαρακτηριστικά ονόμαζε «πατριωτισμό της περισπωμένης». Και αν επιτέλους εσείς επιμένετε να τα κρατάτε αυτά τα σημάδια ως κειμήλια — οι κορυφαίοι μιλούν στους αρθρογράφους —, δικαίωμά-σας, σεβαστό, συγγνωστό, κατανοητό. Πώς όμως τα ανάγετε σε ιερά και όσια της φυλής, και μάλιστα θέλετε να τα διδάσκετε με μηδαμινά επιχειρήματα, που φέρνουν σύγχυση και σάλο στη νεοελληνική κοινωνία; Και στην εκπαίδευση τί θα γίνει; Αν οι εκπαιδευτικοί (φυσικά, οι ηγέτες-τους) ήθελαν ν’ ασχοληθούν και με τέτοια θέματα, θα μπορούσαν, έχοντας μάλιστα το λεγόμενο «έννομο συμφέρον», να καταθέσουν και ιδιότυπη αγωγή: «Η κυβέρνηση μας επιβάλλει», θα έλεγαν οι εκπαιδευτικοί — λένε οι κορυφαίοι —, «να διδάσκουμε όσα αναφέρονται στη «Γραμματική»-της· έρχεστε λοιπόν τώρα εσείς και κλονίζετε αυτά τα διδάγματα, κι ακόμα πάτε να θεσπίσετε δικά-σας άλλα, αντίθετα με τα διδάγματα της γλωσσικής επιστήμης. Τί θα κάνουμε εμείς, όταν έρθει το παιδί με το περιοδικό στο χέρι και μας δείξει αυτές τις διδασκαλίες, που έχουν από κάτω το όνομα ακαδημαϊκών;». Και να πει κανείς ότι κάπως, ελάχιστα, έχετε βασανίσει τα πράγματα, θα μπορούσαν να συζητηθούν οι απόψεις-σας. Εσείς όμως δεν έχετε όχι καν χωνέψει παρά ούτε και αγγίξει τα θέματα, και παρ’ όλα αυτά παρουσιάζεστε στην πνευματική αγορά με ανυπόστατους ισχυρισμούς. Θα πείτε, το ζήτησε ο πολυπράγμονας ανεύθυνος της «Ευθύνης», για να σώσει στα γρήγορα το έθνος- μα κι ο Αβραάμ Πάπας να το ζητούσε, αν τύχαινε, θα έπρεπε να του κάνετε εσείς τέτοια χάρη; Οι υπογραφές-μας είναι βαριές — κλείνουν οι κορυφαίοι αρμόδιοι —, και δεν επιτρέπεται πάνω από αυτές, στα κείμενά-μας δηλαδή, να δίνονται ανεύθυνα ανακρίβειες, ούτε οι «σκόρπιες σκέψεις» (γραψίματα δηλαδή στο γόνατο) έχουν θέση εκεί. Είμαστε οι πνευματικοί ηγέτες, πρέπει να κοιτάξουμε να πιάσουμε το σφυγμό της εποχής, των σύγχρονων καιρών, και να καθοδηγήσουμε σωστά το λαό-μας. Διδασκαλίες αντιεπιστημονικές απαγορεύονται…

Αυτά και πολλά άλλα διαλογίζονται «εν ταις καρδίαις αυτών» οι κορυφαίοι ειδικοί, δεν τα λένε όμως ούτε τα γράφουν. Κι έτσι πέφτει ο κλήρος σε άλλους, οι οποίοι, αν δεν κατορθώσουν τίποτε άλλο, πάντως ένα πράγμα θα καταφέρουν με μαθηματική ακρίβεια: να γίνουν κακοί και με τις δύο πλευρές, και με τους αρθρογράφους και με τους κορυφαίους. Μικρό το κακό, ελάχιστο, και οι ζημίες, οι πολλαπλές μάλιστα, τις οποίες, κατά την έξοχη διατύπωση του αρθρογράφου της «Καθημερινής», προσπορίζει μια τέτοια «αδιάκριτη» στάση πληρώνονται από άτομα. Η ζημία, η διπλή κιόλας, που προκαλούν στο σύνολο μαζί με τους αρθρογράφους οι κορυφαίοι, αυτή η ζημία πρέπει να μας ανησυχεί. Γιατί, όσο δεν μπαίνουν τα πράγματα στη θέση-τους, στην περίπτωσή-μας τα γλωσσικά, έχουμε αποτελμάτωση επιστημονική, άρα ζημιώνει η ίδια η γλώσσα. Από την άλλη, οι εκπαιδευτικοί της έδρας, του καθημερινού μόχθου, περιμένουν από τους κορυφαίους ειδικούς φως, και φως δε βλέπουν, φως επομένως δε μεταδίνουν στα παιδιά. Κι επειδή τα παιδιά, η διαρκής αυτή ροή ολοένα και νέων γενεών στα σχολεία> είναι ο ίδιος-ο αυριανός λαός, το ίδιο το έθνος, βλέπει κανείς καθαρά ότι ζημιώνουν δύο μαζί: γλώσσα και έθνος.

Το γαλλικό κείμενο, που προσπάθησα να το αποδώσω στη σ. 19, είναι τούτο:

Mon maître, Μ. Bréal, a écrit contre la réforme dans la Revue Bleue du 18 février. II dit là qu’il ne faut pas toucher à l’orthographe, parce qu’ensuite ce sera le tour de la grammaire. Que vient faire la grammaire ici? S’il y avait eu à la mentionner, c’aurait été pour dire que la grammaire et l’orthographe d’une langue sont choses distinctes, que, dans leurs révolutions respectives, elles sont incapables de solidarité, que la grammaire est l’œuvre instinctive de la foule, et que l’orthographe est une convention raisonnée de quelques autorités plus ou moins compétentes. Nul plus que mon cher maître n’eut été qualifié pour exposer ces vérités élémentaires.

Συντάκτης: Stazybο Hοrn

I am what I publish; so you are to me.

14 thoughts on “Βασίλειου Δ. Φόρη: Από τις ανευθυνότητες της «Ευθύνης» για γλωσσικά και ορθογραφικά”

  1. Ευχαριστούμε για το δώρο απ’ την Καθημερινή.
    Κι η εφημερίδα Θεσσαλονίκη είχε αφιερώσει ειδική στήλη για το θέμα.

    Μου αρέσει!

  2. Το 82 αλλά πρέπει να βρω στο αρχείο μου το σχετικό άρθρο του Πετρούνια, για ένα λογικό μονοτονικό. Άλλαξα θέση στα κιτάπια μου και θα μου πάρει λίγο χρόνο για να ξαναβρώ το φάκελο.

    Μου αρέσει!

  3. Το καλό το παλικάρι…
    Πετρούνιας, E. «Για ένα λογικό μονοτονικό». Eφημερίδα Θεσσαλονίκη. 21, 22, 23/1/1981.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_16/01.html

    Άρα κοιτάς και τις ημερομηνίες πριν και μετά.
    Αρχές του 81 η συζήτηση όπως βλέπεις.

    Μου αρέσει!

  4. Στάζυ χίλια συγγνώμη, βασίστηκα στην αρχική παραπομπή και δεν είδα στην εφημερίδα τη χρονολογία.
    1982 λοιπόν, όπως θυμόμουν αρχικά. Το 3ο μέρος Σάββατο 23/1/1982

    Και πάλι συγγνώμη για το χρόνο που έχασες.

    Μου αρέσει!

  5. Κι έχεις τον κάθε Καργάκο, με σιγοντάρισμα από άσχετους αλαφουζοδημοσιογράφους, να αμολάει λερναιές βλακείες και ψέματα, επειδή περάσανε 30 χρόνια. Πού να περάσουν κι εκατό…

    kathimerini.gr | Σ. Καργάκος: Υπάρχει έλλειψη αγάπης προς τη γλώσσα
    kathimerini.gr | Συνέντευξη με Σ. Καργάκο: πρώτο μέρος
    kathimerini.gr | Συνέντευξη με Σ. Καργάκο: δεύτερο μέρος
    Karyakos.mp3
    kathimerini.gr | Από το πολυτονικό στα greeklish…

    Ν1228/1982 (αρχείο pdf)
    ΠΔ297/1982 (αρχείο pdf)

    Μου αρέσει!

Τι είπες;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s