οικιστές

 
οικιστής ο [ikistís] Ο7 θηλ. οικίστρια [ikístria] Ο27 : αυτός που έχτισε παράνομα και ζητά να την σκαπουλάρει με πρόστιμα ψίχουλα, ή καλύτερα μηδενικά· ο εξυπνάκιας κουραδόμαγκας, που πίνει στην υγεία των κορόιδων που πληρώνουν άδειες και φόρους· ο αυθάδης· ο «ναι, μαζί τα φάγαμε». [λόγ. οίκ(ος) -ιστής· λόγ. οικισ(τής) -τρια]

Advertisements

#%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1%ce%b4%cf%8c%ce%bc%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b5%cf%82, #%ce%bb%ce%b5%ce%b2%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%b3%ce%ad%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%ae%cf%84%ce%b7, #youtube