Η τζαζ είνε καλή μόνον δια τας φυλάς των Κάφρων και των Καννιβάλων της λόχμης

Δόκτωρ ΛωβΕδώ και μερικές μέρες κυκλοφορεί πάλι ένα απόσπασμα από άρθρο της Ακρόπολης της 1ης Αυγούστου του 1930, σχετικά με τη γνώμη Αμερικανών «ειδικών» της εποχής για τη τζαζ μουσική. Πρόκειται για αναπαραγωγή με αναφορά στην πηγή, που φαίνεται να είναι στον Ιστό από τον περασμένο Μάρτιο· τα σχετικά σκαναρίσματα είναι του 2003 από το αρχείο της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων (άλλο ένα έργο που έμεινε ημιτελές -ημιτελές, όχι επειδή έφτασε ως τα μισά, αλλά επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τουτέστιν, ίσα που είχε ξεκινήσει… όσο χρειαζόταν για αμοιβές τρίτων και απορρόφηση κονδυλίων).

Για λόγους αυτογνωσίας, λοιπόν, έπρεπε να διαβάσω όλο το άρθρο, και να διαπιστώσω ότι ανήκω κι εγώ στους κάφρους και τους καννίβαλους. Τώρα πολλά εξηγούνται…

Ο γερουσιαστής και ψυχίατρος Λωβ του άρθρου, είναι ο William Lathrop Love, ή William L. Love, απ’ το Μπρούκλιν, μέλος της Πολιτειακής Γερουσίας της Νέας Υόρκης (όχι, δηλαδή, ομοσπονδιακός Γερουσιαστής των ΗΠΑ, ούτε καν ένας Τζαβάρας) απ’ το 1923 ως το 1932. Με την άποψή του δεν πρωτοτύπησε καθόλου για το σχετικά νεαρό σε ιστορία (από το 1864) όργανο, το σαξόφωνο. Οι Αμερικανοί που το πρωτάκουσαν στα τέλη του 19ου αιώνα, στις μπάντες του Σούσα το είχαν βρει εξωτικό, κι η σύνδεσή του με τα μπουρδέλα, την τζαζ, και τα κακόφημα μπαρ της ποτοαπαγόρευσης, το ανέδειξαν σε πνευστό του διαβόλου. Είχε, άλλωστε, προηγηθεί o Πάπας Πίος ο 10ος, το 1903, που διακήρυξε ότι η χρήση του στη θρησκευτική μουσική μπορεί να προκαλέσει αηδία ή σκάνδαλο. Ο Στραβίνσκι αρνήθηκε να γράψει μουσική γι’ αυτό το «γλοιώδες ροζ σκουλήκι». Τη δεκαετία του 1930 εκτός από τις ΗΠΑ, κυνηγήθηκε εξίσου από το Στάλιν και το ναζιστικό καθεστώς, τόσο ως όργανο της «μουσικής της ζούγκλας», όσο και ως «όργανο της καπιταλιστικής καταπίεσης».

Προσπάθησα να βρω την πηγή του άρθρου της Ακρόπολης, υποθέτω ότι είναι το αμερικανικό περιοδικό καλών τρόπων και ηθικής της εποχής Ladies’ Home Journal, που κυκλοφορεί ακόμη, αλλά απέτυχα (ως τώρα). Η έρευνα συνεχίζεται… Κάθε βοήθεια ευπρόσδεκτη και για τους καθηγητές Πέτρο Ντάικμαν και Κάσων, καθώς και τον «εξαμερικασθέντα Ινδό» δραματογράφο Ραμ-Σιγκ.


Duke Ellington and his Cotton Club Orchestra – Jungle Nights In Harlem (1930, από δίσκο 78 στροφών)

Και να φανταστείς ότι δεν το είχαν καν πιάσει στα χέρια τους ακόμη ο Πάρκερ κι ο Κολτρέιν.
 
 
Προσθήκη 30/9: άρθρο του Γεώργιου Λαμπελέτ στον Ελεύθερο Λόγο (3.9.1927) με τίτλο «Η μουσική των μαύρων» που μου έστειλε ο Νίκος Σαραντάκος. Κόντρα στις αντιδράσεις της κριτικής της εποχής, προβλέπει την επικράτησή της.

Συντάκτης: Stazybο Hοrn

I am what I publish; so you are to me.

40 thoughts on “Η τζαζ είνε καλή μόνον δια τας φυλάς των Κάφρων και των Καννιβάλων της λόχμης”

    1. Δεν μπορώ να σου βρω έναν Καντιώτη εσένα, τώρα, για το μέταλ και το σατανά· για τον Πελαργό του Αγγελόπουλου έχω μόνο πρόχειρο, από δίπλα στο αποθετήριο.

      Μου αρέσει!

  1. Γράφεις τόσο αθόρυβα κι όμως τόσο ουσιαστικά!

    Στην Ευρώπη πότε και πώς συνδέθηκε η τζαζ με την αριστοκρατία;
    Ή έχω λάθος εντύπωση;

    Μου αρέσει!

    1. Πρώτα πρώτα, ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση και σε καλωσορίζω στο κονάκι μου -αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που τιμάς τη μικρή μας παρέα εδώ.

      Στην ερώτησή σου, τώρα. Δεν ξέρω τι εννοείς με το «συνδέθηκε». Γενικά, η τζαζ στις ΗΠΑ είχε ως το 60 υποτιμητική κι άσχημη αντιμετώπιση -ιδίως, και παραδόξως ή αναμενόμενα, η τζαζ των μαύρων. Από τη δεκαετία του 30 και για 30 χρόνια η αντιμετώπιση των μαύρων καλλιτεχνών ήταν καλύτερη στη Γαλλία, και μετά τον πόλεμο στις πιο βόρειες χώρες και τη Σκανδιναβία· γι΄αυτό και πολλοί από αυτούς πέρασαν μεγάλα διαστήματα στην απ’ εδώ μεριά του Ατλαντικού. Για διαφορετικούς, αλλά προφανείς και συγγενείς στην ουσία τους λόγους, η τζαζ κυνηγήθηκε στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση του Μεσοπολέμου. Ο Αντόρνο, πάλι, που ανέφερε ο δύτης, δεν ξέρω πόσο επηρέασε με τις απόψεις του -υποθέτω ελάχιστα. Διαβάζοντας αυτοβιογραφίες μεγάλων της τζαζ (του Μίνγκους, Χειρότερα κι από τα σκυλιά, του Μάιλς) βλέπεις κάτι αναμενόμενο: γυναίκες της μπουρζουαζίας στις ΗΠΑ, να έλκονται από τους τζαζίστες, να τους σπιτώνουν, χωρίς ποτέ να τους αλλάζουν…

      Τώρα, όλα αυτά, και που θα τα ξέρεις, και που δεν απαντούν στο ερώτημά σου.

      Μου αρέσει!

  2. Δεν απαντούν σε ό,τι ρώτησα γιατί δεν ήμουνα σαφής. Έχω την εντύπωση, ίσως κάνω λάθος, ότι στην Ευρώπη η τζαζ δεν αντιμετωπίστηκε με τόσο αρνητική προδιάθεση όπως στις ΗΠΑ. Και δεν εννοώ από ΜΜΕ και κριτικούς, εννοώ από το κοινό. Έχω πάλι την εντύπωση ότι τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της απο δω μεριάς του Ατλαντικού ήταν αυτά που πρωτοαγκάλιασαν (ήταν οι πρώτοι ακροατές) το νέο είδος μουσικής. Στις ΗΠΑ ήταν για πολλά πολλά χρόνια «η μουσική του δρόμου» (κυρίως πριν το 1900).

    Αν δεν ξέρεις κάτι σχετικό προφανώς οι υποθέσεις μου είναι τρύπιες και εντός ολίγους θα βουλιάξουν. :)

    Ναι, πρώτη φορά γράφω εδώ. Είχα περάσει μερικές φορές. Το τουίτερ μ’ έκανε να σταθώ.

    Σ’ ευχαριστώ για την υποδοχή.

    Μου αρέσει!

    1. Υπάρχουν δύο διαφορετικά ζητήματα· σχηματικά, η αντιμετώπιση από το κοινό, κι η αντιμετώπιση από την κριτική. Έως το 1920 χονδρικά, επρόκειτο για «μουσική του δρόμου», λαϊκή μαύρη, έτσι κι αλλιώς. Οπότε η αποδοχή ή η απόρριψη είχε να κάνει επί τόπου με όσους έρχονταν σε επαφή με αυτήν. Με την ποτοαπαγόρευση, την παραγωγή δίσκων, το ραδιόφωνο, τα θεατρικά μιούζικαλ λευκών συνθετών που αντλούσαν στοιχεία απ’ τη τζαζ,τη δεκαετία του 30, δηλαδή, άρχισε να μπαίνει το ζήτημα της ευρύτερης αποδοχής ή απόρριψης, από τον απλό ακροατή και μαζί από την (λόγια) κριτική. Στα μαγαζιά, λοιπόν, λευκών ιδιοκτητών, πηγαίνανε λευκοί πελάτες, παίζανε λευκές ορχήστρες, κατά κανόνα. Οι εξαιρέσεις των μαύρων σχημάτων άρχισαν να διαδίδονται, και ήταν λευκοί θαμώνες που τα καθιέρωσαν, μετακινούμενοι σε τέτοια μαγαζιά. Με τα χρόνια, έβλεπες λευκούς οργανοπαίκτες, να βάφονται φούμο πριν τις παραστάσεις τους. Οι εταιρείες δίσκων δεν είχσαν πρόβλημα χρώματος, τα συμβόλαια όμως, ήταν πολύ κάτω για τους μαύρους. Μέχρι να εμφανιστούν λευκοί συνθέτες κι εκτελεστές, άνω του μετρίου, η κριτική απλά δεν λάμβανε υπόψη της τη μουσική αυτή -όμως το ίδιο έκανε και για τη λευκή λαϊκή μουσική. Το ραδιόφωνο τέλος, έπαιζε ότι του έδιναν οι δισκογραφικές. Τώρα, βάλε με το νου σου, όρι αυτός που πήγαινε στο Χάρλεμ 1 το πρωί να ξενυχτήσει ως το πρωί, δεν ήταν προλεταριάτο, μα μάλλον όχι κι αριστοκρατία (αλήθεια, τι είναι αριστοκρατία στις ΗΠΑ -υπάρχει τέτοιο πράγμα;). Ναι, στην Ευρώπη ήταν που υπήρξε η διάθεση να αντιμετωπιστεί αυτή η μουσική όχι ως λαϊκή, αλλά ως «σοβαρή» ας πούμε. Ωστόσο, ούτε ο Γκέρσουιν είχε άμεση αποδοχή, ο δε κακομοίρης ο Έλινγκτον έγραφε κομματάρες συνθετικά, που πήρε 30 και 40 χρόνια να τις δουν «λόγια» οι ειδικοί. Όμως, η αντιμετώπιση ως σοβαρής ή ό,τι άλλο, δεν νομίζω ότι έχει να κάνει με την κοινωνική διαστρωμάτωση τόσο. Τα κοινωνικά στρώματα είναι έτοιμα να ακολουθήσουν ότι τους πακεταριστεί ως σοβαρό σε μία σάλα· δες τι περνάει με επιτυχία τόσα χρόνια από το δικό μας μέγαρο…

      Σόρι που δεν σε ξεμπέρδεψα.

      Μου αρέσει!

  3. Μια από τις καλύτερες περιγραφές ζωντανής εκτέλεσης τζαζ, βρίσκεται στο «On the Road» του Jack Kerouac. Βέβαια, δικαιώνει απόλυτα τον ψυχίατρο Love. :-)

    Μου αρέσει!

    1. Η άποψη του Κέρουακ για τη τζαζ μπορεί να ταίριαζε στον αντικομφορμισμό ή τον ψεύτικο αντικομφορμισμό μερίδας του λευκού ακροατηρίου, όμως ήταν πέρα για πέρα σχηματική έως αφελής, και πολλοί τζαζίστες -σαν τον Μάιλς- την πολέμησαν. Παρότι βοήθησε τη δημοφιλία της μουσικής, στη βάση της άποψης αυτής υπάρχει έως και ρατσισμός -κττμγ.

      Μου αρέσει!

      1. Δε γνώριζα ότι είχε γίνει αντικείμενο τόσο εκτεταμένου σχολιασμού Σταμπίζε. Ίσως επειδή δε μπορώ να αντιληφθώ στερεότυπες αναφορές που ενδεχομένως χρησιμοποίησε ο συγγραφέας, οι οποίες θα ήταν οικείες στον αναγνώστη της εποχής, αδυνατώ να αντιληφθώ ποια σημεία του κειμένου θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ρατσιστικά. Πάντως η περιγραφή έβριθε ζωντάνιας, διονυσιακού πνεύματος και, κατά τη γνώμη μου, απέραντου θαυμασμού για τους καλλιτέχνες. Υπάρχει περίπτωση πιστεύεις οι σκληρές κριτικές σαν αυτές του Davis να πηγάζουν από μία προσπάθεια περιχαράκωσης αυτού που αισθάνονταν σαν πολιτιστική ταυτότητα, από την οικειοποίησή του σε ένα ευρύτερο και διαφορετικό κοινό;

        Μου αρέσει!

        1. Δεν αναφέρομαι στενά στην περιγραφή που ανέφερες -αλλά στη γενικότερη σχέση των μπίτνικ με τη τζαζ. Όσο για τον Μάιλς, τον Μίνγκους, τον Έλλινγκτον, το αντίθετο μάλλον ισχύει· δηλαδή, πέρα από την υπεράσπιση της ταυτότητας της μουσικής τους, αυτό που επιδίωξαν ήταν ακριβώς να μην ξεχωρίζει ως κάτι ιδιόμορφο, γραφικό, ιδιότυπο. Λέγανε και ξαναλέγανε ότι παίζουν σοβαρή μουσική -όσο σοβαρή είναι και κάθε «λευκή», ή η κλασική μουσική. Δεν θέλανε να εκλαμβάνονται ούτε ως ήρωες, ούτε ως μαζόχες, κάθε φορά που τους μπουζουριάζανε δικαίως, ή απλώς εξαιτίας του χρώματός τους· και μια ζωή παλεύανε να είναι ίδια τα μεροκάματα στο στούντιο και το μαγαζί, ασχέτως χρώματος. Γιατί οι ευρωπαϊκές τουρνέ, ήταν διαλείμματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα, σε μια πραγματικότητα, όπου ο μαύρος, ήταν μαύρος, ασχέτως του ταλέντου του (ακόμη και στον κολεγιακό αθλητισμό, ή το NBA, για να το απλώσω).

          Μου αρέσει!

        2. Νομίζω ότι κατάλαβα σε τι αναφέρεσαι. Πάντως, χωρίς να κάνω δίκη προθέσεων, νομίζω ότι το κίνημα των μπίτνικ είχε μία ειλικρινή αγάπη για τη τζαζ και δεν προσπαθούσε να την παρουσιάσει σαν μία σκηνή που λειτουργούσε παράλληλα με τη «σοβαρή» μουσική της εποχής. Ο ακτιβισμός των καλλιτεχνών της τζαζ μου φαίνεται απολύτως λογικός, από τη στιγμή που αναφερόμαστε σε μία εποχή και σε μία κοινωνία που τα φυλετικά στερεότυπα έδιναν και έπαιρναν. Ξέρεις απλά τι μου κάνει εντύπωση; Ακούγοντας καλλιτέχνες όπως ο Γκέρσουιν και ο Μπέρνσταϊν που αποτελούσαν μέρος της καθεστηκυίας μουσικής σκηνής να έχουν τόσο έντονες τζαζ επιρροές, μου κάνει εντύπωση να θεωρείται μουσική δεύτερης κατηγορίας. Ομολογώ όμως ότι δεν έχω εντρυφήσει αρκετά στο αντικείμενο ώστε να έχω μια αποκρυσταλλωμένη άποψη.

          Μου αρέσει!

        3. Η ειλικρίνεια της αγάπης δεν συνεπάγεται απαραίτητα και κατανόηση, κι ούτε είναι και απαραίτητη, άλλωστε· ούτε υπήρξε ποτέ κατηγορία για προθέσεις. Γκέρσουιν και Μπερνστάιν πήραν στοιχεία, αλλά δεν έκαναν τζαζ. Το δε great american songbook ήταν δύο συγκοινωνούντα δοχεία ανάμεσα στη λευκή ποπ και τη τζαζ για 2-3 δεκαετίες· συνθέτες των μιούζικαλ αντλούσαν και από τη τζαζ, και οι συνθέσεις τους στη συνέχεια κάνανε κύκλο στις εκτελέσεις τζαζ ως τις μέρες μας. Κι όταν ο Ραχμάνινοφ, ή ο Ραβέλ, χρησιμοποιούσαν τζαζ στοιχεία, το έκαναν με πιο λόγια προσέγγιση απ’ ότι ας πούμε ο Σμέτανα, ή ο Μπάρτοκ στις παραδοσιακές τους μουσικές. Μοντέρνο μεν το αποτέλεσμα, αλλά ελάχιστα τζαζ.

          Μου αρέσει!

        4. Σωστά, το αποτέλεσμα δεν ήταν τζαζ. Αλλά οι τζαζ επιρροές ήταν παραπάνω από ξεκάθαρες, πολύ περισσότερο απ’ ότι στις συνθέσεις του Ραχμάνινοφ ή του Ραβέλ.
          Όσο για το πάντρεμα κλασσικής μουσικής και εθνικών στοιχείων, η συζήτηση είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθότι οι εθνικές σχολές έχουν δώσει αριστουργήματα. Καταπληκτικό το Ma Vlast στο οποίο φαντάζομαι αναφέρεσαι, εξίσου καταπληκτικά τα έργα των 5 με Κούι, Μπαλακίρεφ, Μουσόργκσκι, Ρίμσι-Κόρσακοφ και Μποροντίν. Πολωνέζες από τον Σοπέν, χοροί από τον Σκαλκώτα και η λίστα είναι παραπάνω από μακρυά. Η μουσική θα ήταν πολύ φτωχότερη χωρίς αυτά τα έργα.

          Μου αρέσει!

        5. Α, πολύ ωραία ανάρτηση Σταμπίζε. Άσε που μου φαίνεται πιο καλή η μοίρα του κιοτσέκ από εκείνη του καστράτου (κλίνεται άραγε;). Αυτό το tag «Ντόρα Μπακογιάννη» μου τα χάλασε λίγο, αλλά δε μπορεί να τα έχει όλα κανείς. :-D

          Μου αρέσει!

  4. Σκεφτόμουν να γράψω διάφορα για τη συζήτηση τούτη, αλλά περιορίζομαι να σας διαβάζω. Προχτές πάντως έβλεπα (πρώτη φορά, παραδόξως) το Cotton Club του Κόπολα και –πέρα από το ότι σκυλοβαρέθηκα το σουΐνγκ, να πω την αμαρτία μου– μου έκανε εντύπωση αυτή η εξιδανίκευση της εποχής (δεκαετίες ’20 και ’30), με το μόνο ζήτημα να είναι αν επιτρέπεται να μπουν οι μαύροι (ως θεατές) στα μεγάλα κλαμπ. Αδύνατο να μην κάνω τη σύγκριση με την αυτοβιογραφία της Μπίλι Χόλιντεϊ.

    Μου αρέσει!

    1. Α παιδιά, δεν έχω τίποτα τόσο σημαντικό να γράψω, αφορμή γύρευα για να κάνω τη σύγκριση της ταινίας του Κόπολα με τη ζωή της Μπίλι. Ήθελα βέβαια (τώρα το θυμήθηκα) να αναφέρω και τα περί τζαζ γραφτά του Χούλιο Κορτάσαρ, και σκέφτομαι τώρα ότι είχα στο μυαλό μου τα σχετικά αποσπάσματα από το «Κουτσό», αλλά ίσως πιο σχετική είναι εκείνη η νουβέλα, ο «Κυνηγός», για τον Τσάρλι Πάρκερ. Μόλο το, ας πούμε, φολκλόρ για τον κυνηγημένο από τους δαίμονες και τα ναρκωτικά του Μπερντ, η κεντρική θέση της νουβέλας είναι πως ήταν κυνηγός, όχι κυνηγημένος.
      Και μάλιστα, έχει πολύ ενδιαφέρον το τέλος: ο αφηγητής συνεργάζεται με τον ήρωα για να γράψει ένα βιβλίο σχετικά, ο ήρωας πεθαίνει (όπως ο Μπερντ), και η τελευταία παράγραφος θα αρέσει σίγουρα στον Στάζυ, εννοώ κρίνοντας από την συζήτηση παραπάνω:

      Όλα αυτά συνέπεσαν με την εμφάνιση της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου μου, αλλά ευτυχώς πρόλαβα να συμπεριλάβω μια νεκρολογία […] Μ’ αυτό τον τρόπο η βιογραφία υπήρξε, ας πούμε, πλήρης. Ίσως να μην είναι ωραίο που το λέω αυτό, αλλά όπως είναι φυσικό τοποθετούμαι σ’ ένα επίπεδο καθαρά αισθητικό. Ήδη συζητούν για μια νέα μετάφραση, πιστεύω στα σουηδικά ή στα νορβηγικά. Η γυναίκα μου είναι ενθουσιασμένη με την είδηση.

      Μου αρέσει!

  5. Καλημέρα. Έλειπα χτες σχεδόν όλη μέρα. Άργησα λίγο να απαντήσω.

    Ήσουν σαφής παρότι σε μπέρδεψα λίγο. Στην Ευρώπη αναφερόμουν, όχι στις ΗΠΑ. Απάντησες μια χαρά τόσο για την Ευρώπη όσο και για τις ΗΠΑ.

    Προσωπικά θεωρώ τη τζαζ ως την κατεξοχήν σοβαρή λαϊκή μουσική. Δύο παρατηρήσεις πάνω σ’ αυτό:
    1. Φυσικά κρίνω με τα κριτήρια της εποχής μου.
    2. Το «λαϊκή» έχει να κάνει με τις ιστορικές ρίζες της τζαζ- από ποιούς γεννήθηκε, πότε και πού.

    Κeep writing.

    Μου αρέσει!

  6. Κατά σύμπτωση, φυλλομετρώντας παλιές εφημερίδες, πέτυχα ένα άρθρο του Γεωργίου Λαμπελέτ στον Ελεύθερο Λόγο (3.9.1927) με τίτλο «Η μουσική των μαύρων», όπου γίνεται αναφορά σε άρθρα διαφόρων ευρωπαίων κριτικών που με δυσαρέσκεια αντιμετωπίζουν τη μεγάλη δημοτικότητα της τζαζ. Ο Λ. προβλέπει ότι η Αμερική θα κατακτήσει τον κόσμο με τη μουσική της. Το στέλνω σε μέιλ.

    Μου αρέσει!

  7. Αυτό που γράφει ο Λαμπελέτ, για τη γηραιά και σάπια Ευρώπη και το μέλλον που έρχεται από την Αμερική , ήταν μου φαίνεται κοινός τόπος τη δεκαετία του ’20 –και ιδίως στη Γερμανία. Το βλέπει κανείς και στον πρώιμο Μπρεχτ (υπάρχει ένας τόμος με τις πρώιμες ιστορίες του, με μια πολύ καλή εισαγωγή της Βαλαβάνη).

    Μου αρέσει!

    1. Πράγματι, δίκιο έχεις για «το μέλλον που έρχεται από την Αμερική», και πάντα μου έκανε εντύπωση. Ίσως δείχνει κι αυτό την έκταση της παρακμιακής -δεν βρίσκω άλλη λέξη, αδιέξοδης;- αίσθησης της εποχής…

      Μου αρέσει!

Τι είπες;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s