Μικρή συμβολή στη λέξη της χρονιάς 2016

αυτάριστος -η -ο [aftáristos] Ε5 : α.(κυρ. για πρόσ.) που του αρέσει να θαυμάζει την υποτιθέμενη αριστεία του· ο μέσα στη γυάλα του κόπανος: Aυτάριστη επίτροπος. β. (για τρόπο, συμπεριφορά, εκδήλωση κτλ.) που επιδίδεται στην απάτη, προβάλλοντας την ανύπαρκτη αριστεία του: Aυτάριστο ύφος. Οι αυτάριστες κινήσεις του τον έκαναν Αναπληρωτή Διοικητή του Δρομοκαΐτειου. αυτάριστα ΕΠIΡΡ με τρόπο αυτάριστο: Xαμογελούσε ~.

[λόγ. < ελνστ. αὐτ(ο)άριστος]

 

Τι είπες;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.